Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχείο Μάνου Ελευθερίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχείο Μάνου Ελευθερίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 27 Μαρτίου 2021

"Πρόσφυγας ύπνος" - Το αφιερωμένο στον Κυριάκο Ρόκο ποίημα του Μάνου Ελευθερίου

 

(σχέδιο Κυριάκου Ρόκου)



ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ ΥΠΝΟΣ

 

Στον Κυριάκο Ρόκο

 

 

Άρρωστα χρήματα στο τραπέζι δίπλα στα φάρμακα.

Το παράθυρο βλέπει στον τοίχο του φωταγωγού.

Πίσω απ’ τον τοίχο μια αόρατη γυναίκα

ονειρεύεται το παιδί της μεγάλο πιανίστα.

 

Πρόσφυγας ύπνος.

 

Όλα θα κλείσουν με την επίσκεψη του γιατρού.

 

***

 

Ακούς: Δώσαμε χρήματα.

Ακούς: Χρεωθήκαμε, ξεπουληθήκαμε.

Ακούς: Μας κυνηγούν.

 

Η μνήμη ένα ποτάμι θηρία που αστράφτει

κατηφορίζοντας τα μεγάλα βουνά των ανθρώπων.

 

 

Μάνος Ελευθερίου





Παρασκευή 5 Μαρτίου 2021

Ο Μάνος Ελευθερίου για τον Μανώλη Ρασούλη

 





Ο Μάνος Ελευθερίου για τον Μανώλη Ρασούλη

 

 

Το κείμενο διαβάστηκε στον ΙΑΝΟ στις 11 Οκτωβρίου 2010.

 

Μαζευτήκαμε σήμερα για να γιορτάσουμε κατά κάποιο τρόπο, όσο μπορούμε καλύτερα, την έκδοση του βιβλίου του Μανώλη Ρασούλη το οποίο περιλαμβάνει το σύνολο των στίχων τραγουδιού που έγραψε ως τώρα και αρκετά κείμενα με σχόλια γύρω από πρόσωπα και σχέσεις και προβλήματα της ελληνικής μουσικής. Το ερώτημα που γίνεται πάντα σχεδόν καλόπιστα για έναν καλλιτέχνη είναι τι καινούργιο έφερε η παρουσία του στον χώρο της τέχνης του. Και εννοώ βέβαια όχι την εξωτερική παρουσία του αλλά τη δουλειά του, τις καταθέσεις του, τη ζωή του καμιά φορά, τα γραπτά του στα οποία υποτίθεται έχει βάλει και την ψυχή του.

 

Ο Μανώλης Ρασούλης έφτασε μια καλή ώρα στο ελληνικό τραγούδι. Δεν ξέρω πώς έγινε και συνεργάστηκε με τον Νίκο Ξυδάκη, γιατί εκεί και από εκεί τον γνώρισα εγώ, και δεν ξέρω αν είχε δώσει στίχους πριν απ’ αυτή τη συνεργασία σε άλλους συνθέτες. Δεν ξέρω τι πάει να πει εκείνο το συνεχώς επαναλαμβανόμενο «εμένα μου άρεσε, εμένα δεν μου άρεσε» ή το ακόμα χειρότερο «ήταν μια ανοησία». Τα επίθετα μπορούν να μπουν στη σειρά και να είναι ατέλειωτα σε κάθε περίπτωση και πολλές φορές ξεπερνούν με τις υπερβολές τους, κυρίως, και τα οράματα των καλλιτεχνών, και το αποτέλεσμα της δουλειάς τους. Βέβαια, σ’ αυτή τη μορφή τέχνης – εννοώ τη στιχοποιία των τραγουδιών – οι απαντήσεις μάλλον πρέπει να είναι σύντομες και ακαριαίες. Το «μου άρεσε, δεν μου άρεσε» είναι κατά κάποιο τρόπο όχι η εύκολη αλλά τέλος πάντων μια έντιμη, ας την πούμε, κριτική, αν υποτεθεί ότι λέγεται από έντιμους ανθρώπους.

 

Οι αναλύσεις - μικροβιολογικές αναλύσεις πολλές φορές - των τραγουδιών έρχονται πολύ αργά δυστυχώς, όταν περάσει τουλάχιστον μία γενεά, δηλαδή είκοσι και εικοσιπέντε χρόνια. Τότε, νομίζω, κατακάθεται η σκόνη των πρώτων εντυπώσεων, ξεχνιούνται τα πρώτα δημοσιεύματα, ο ήχος και ο στίχος ακούγονται και διαβάζονται ψυχρά χωρίς καμιά μεσολάβηση, χωρίς καταπίεση έξαλλων οπαδών ή μίζερων εχθρών. ;Oλα ακούγονται σαν πρώτη φορά χωρίς καμία εξωτερική παρεμβολή και δίχως ύποπτα παράσιτα.

 

Βέβαια, αυτές οι ακροάσεις αφορούν ανθρώπους που έχουν αγάπη για το ελληνικό τραγούδι. Η ησυχία και ο ελεύθερος χρόνος έχουν χαθεί. Η προσεκτική ακρόαση είναι μάλλον σπάνιο φαινόμενο στη ζωή των ανθρώπων. Χρειάζεται ψυχή για να ξανακούσει κανείς κάτι παλιό σαν κάτι εντελώς καινούργιο. Τότε ακριβώς ανακαλύπτεις τι καινούργιο φέρνει αυτό που ακούς – στην προκειμένη περίπτωση τα τραγούδια του Μανώλη Ρασούλη – έστω κι αν έχουν περάσει εικοσιπέντε ή τριάντα χρόνια. Γιατί αυτό ακριβώς είναι η δύναμη του τραγουδιού: χωρίς μελοδράματα να μας επαναφέρει σε κάτι μοναδικό, στην επιστροφή των χρόνων μας. Κάτι που πέτυχε ο Ρασούλης με τα τραγούδια του και βεβαίως οι τυχεροί συνθέτες που δούλεψαν μαζί του.

 

Δεν είναι εύκολο να επιβιώσεις για πολύ σ’ αυτή τη δουλειά εκτός κι αν έχεις σιδερένιο στομάχι και σιδερένια κράση. Γι’ αυτό με βλέπετε ετοιμοθάνατο εμένα, το ξέρω εκ πείρας. Πρέπει συνεχώς να υποχωρείς – και δεν εννοώ να αλλάζεις μια-δυο λέξεις γιατί δεν αρέσουν στη γυναίκα του συνθέτη, στη φιλενάδα του, στη θεία του, ή σε έναν παρατρεχάμενο που τον έχουν για να πληρώνει τους λογαριασμούς της ΔΕΗ και του ΟΤΕ. Στους περισσότερους είναι ότι πρέπει κάθε φορά να είναι καινούργια φορά για να αντιμετωπίζεις τον κάθε συνεργάτη σου συνθέτη, εκτός κι αν τον γνωρίζεις είκοσι και τριάντα χρόνια. Δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότεροι μοιάζουν σε πολλά. Έχεις την εντύπωση ότι τους έκαναν μια ειδική ένεση μόλις γεννήθηκαν. Δεν μπορώ να το εξηγήσω και δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει αυτά τα κοινά σημεία που δεν είναι καθόλου ανώδυνα για τους άλλους. Δεν προχωρώ – αναγκαστικά πρέπει να αναφερθώ σε συμπτώματα και σε ονόματα. Δεν ξέρω σε τι θα βοηθήσει.

 

Ωστόσο, όπως και να το κάνουμε, είναι τέλος πάντων η περιρρέουσα ατμόσφαιρα αυτό που με ενδιαφέρει στα τραγούδια ενός στιχουργού – στην προκειμένη περίπτωση του Μανώλη – κι αυτή την ατμόσφαιρα πρέπει κάποτε να βρει και να καταγράψει ο νηφάλιος ερευνητής. Αλλά προς θεού, όταν λέω ατμόσφαιρα εννοώ μόνο τις πολιτικές και κοινωνικές δομές γύρω από την περίοδο που γράφτηκαν τα τραγούδια, τίποτε άλλο. Τα υπόλοιπα ανήκουν στα λαϊκά περιοδικά.

 

Στα τραγούδια του Ρασούλη, για να επανέλθω στο τιμώμενο πρόσωπο σήμερα, βρίσκω να είναι κρυμμένη πολλή δουλειά, χωνεμένα πολλά πράγματα, καταρχήν. Δεν ξέρω τον τρόπο που εργάζεται, δεν τον υποπτεύομαι καν. Ωστόσο, η δουλειά εκείνων που προηγήθηκαν, δηλαδή το μαράζι και η ατμόσφαιρα αν θέλετε, υπάρχουν και στα δικά του τραγούδια. Δεν βρίσκω δασκάλους στη στιχουργική του. Υποπτεύομαι ότι μεγαλύτερη επίδραση πάνω του είχε η μουσική των λαϊκών και ρεμπέτικων τραγουδιών παρά η στιχουργία τους. Ίσως γι’ αυτό είναι και ξεχωριστή περίπτωση.

 

Μαζευτήκαμε λοιπόν σήμερα για να γιορτάσουμε την έκδοση σε βιβλίο των στίχων του. Χαίρομαι γι’ αυτή τη συνέχεια. Είναι χρήσιμη συμβολή, κι όχι μόνο για τους μελετητές του ελληνικού τραγουδιού που με τα χρόνια βλέπω να πληθύνονται. Σκέφτομαι ακόμη ότι μάλλον εγώ άρχισα αυτή τη διαδικασία έκδοσης των στίχων. Πριν από τριάντα χρόνια εκδόθηκαν με την προτροπή μου σε βιβλίο οι στίχοι των τραγουδιών του Άκη Πάνου – που ξέρω ότι τον αγαπά πάρα πολύ ο Μανώλης - και του Κώστα Μύρη. Έκτοτε, ακολούθησαν πολλά παρόμοια βιβλία. Το καθένα χωριστά και όλα μαζί μας δίνουν όχι μόνο τις προσωπικές αναζητήσεις κάθε στιχουργού και τον τρόπο της γραφής του, αλλά και το στίγμα μιας εποχής, και την εξέλιξη του ελληνικού τραγουδιού. Ευχαριστώ πολύ.

 

Μάνος Ελευθερίου

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2020

Ο Μάνος Ελευθερίου για την "τρομοκρατία της ομοιοκαταληξίας"

 




(...)

Θα μπορούσα να παραπέμψω σε πολλές εικόνες και περιστατικά που με κατοίκησαν, που ζω μαζί τους επί χρόνια και τα πέρασα στα τραγούδια μου. Αν τα εξηγούσα, θα βάραιναν το πράγμα –με εσώψυχα, με κρυμμένα πράγματα, δήθεν μυστικά κι ακατανόητα. Όσο κι αν ορισμένα τραγούδια είναι πράγματι σουρεαλιστικά, δεν είναι παρά πιστή αντιγραφή της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας, και ειδικά της δικής μου περιπέτειας σ’ αυτό το χώρο και σ’ αυτό τον τόπο.


Το κακό σ’ αυτή την περιπέτεια είναι ότι υπέκυψα συνειδητά στην τρομοκρατία της ομοιοκαταληξίας (για να είμαι πιο απλός, πιο προσιτός;). Μέγα λάθος. Έπρεπε να χρησιμοποιήσω όλα τα’ αποθέματα της αντοχής και την όποια επιρροή μου για να πείσω τους συνθέτες ν’ αλλάξουν κάτι. Δεν το τόλμησα. Και ίσως είν’ αργά. Άλλωστε τώρα πια γράφουμε τραγούδια μόνο για την ψυχή μας –και, επιτέλους, όπως τα θελουμε.


Κάμποσοι συνθέτες της γενεάς μου, από διαίσθηση κι αμηχανία μπροστά στα αδιέξοδά τους, και φυσικά από την ώθηση του σπουδαίου ταλέντου τους, προκειμένου ν’ αλλάξουν δρόμους και ορίζοντες, αφού περπατούσαν επί χρόνια στο ίδιο μονοπάτι, πρότειναν και τόλμησαν να φυσήξουν στο έργο τους άλλον αέρα. Ακριβώς τον αέρα που και σήμερα χρειάζεται το νέο ελληνικό τραγούδι.


Εκείνοι μπορεί να ζουν τώρα από τη σύνταξή τους, αφού ολόκληρη η γενεά μετά τον Χατζιδάκι και τον Θεοδωράκη είναι πλέον στο περιθώριο, το έργο της όμως ξεπέρασε σε ποιότητα όλη τη γλυκανάλατη μεταπολεμική ιστορία. Ό,τι έγινε το αποδίδω στη διαίσθησή τους, κι οπωσδήποτε στις επιτακτικές φωνές που έρχονταν «απέξω». Οι «έξω» στάθηκαν δάσκαλοι και οδηγοί. Και το μεγάλο ταλέντο των δικών μας πάντα τους δίδασκε τι έπρεπε να κρατήσουν και πώς ν’ αξιοποιήσουν μέσα στον ελληνικό χώρο αυτή την επιρροή.


Οι νέοι τραγουδοποιοί έχουν πάρει το μήνυμα των ουρανών και άρχισαν τη δική τους μεγάλη πορεία. Είναι η αρχή ενός μέλλοντος που δεν ξέρουμε πόσο θα διαρκέσει. Εξαφανίζονται πια το παγωμένο κουπλέ και το ρεφρέν, κι εμφανίζεται κάτι εντελώς καινούργιο. Μακάρι να συνεχιστεί.


Κανένας ζωγράφος δε ζωγραφίζει πια αρνάκια και βοσκοπούλες με τον τρόπο του Θωμόπουλου, κανένας ηθοποιός δεν παίζει όπως οι ηθοποιοί του 1960. Μόνον ορισμένοι αγιογράφοι έμειναν προσκολλημένοι σε μια δήθεν βυζαντινή εποχή (σε ποιον αιώνα άραγε της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας;). Με τους πολύ νεότερους συνθέτες που συνεργάστηκα, από το 2000 και μετά, φαίνεται αυτή η ιδιαιτερότητα. Ήταν κάτι που το ζητούσα από πάντα, αλλά κι εδώ με κυνηγάει η ομοιοκαταληξία.


Τα τελευταία χρόνια, το ελληνικό τραγούδι συντηρείται με τα σωληνάκια. Δε φταίνε οι δημιουργοί. Φταίνε προπάντων όλοι εκείνοι που προστάτευαν κάποτε και βοηθούσαν την πορεία του. Είναι όσοι πρωτοστάτησαν επί δεκάδες χρόνια στην ανάδειξη και την προώθηση της ελληνικής μουσικής, παρουσιάζοντας κάθε νέα εργασία παλαιού ή νέου συνθέτη, φιλοξενώντας συνεντεύξεις τους κι αποκαθιστώντας, επιτέλους, τη «σκοτεινή» (τι λέξη!) γενιά των ρεμπέτηδων και των λαϊκών συνθετών, στιχουργών και τραγουδιστών, αποδίδοντας έτσι έστω κι αργοπορημένα τις τιμές και τα παράσημα που άξιζαν και σβήνοντας τους λεκέδες της ζωής τους.


Ήρθε λοιπόν ένας καιρός που αυτοί οι ίδιοι με την συνδρομή τους υπογράψανε τη ληξιαρχική πράξη θανάτου τού ελληνικού τραγουδιού. (Και για να μιλήσουμε με τους ψυχρούς κι ανελέητους αριθμούς: ανάμεσα στα άλλα που μας δυναστεύουν, είναι ντροπή κι εξευτελισμός να πουλάς ένα CD με 12 τραγούδια σου σε 76.000 αντίτυπα και να εισπράττεις σήμερα ως πνευματικά δικαιώματα 328 ευρώ!)


Δεν ήταν πάντα ρόδινες οι συνεργασίες μου με τους συνθέτες. Είχαν κι αυτοί τα φεγγάρια τους, όπως όλοι μας. Παρατήρησα όμως ότι όσο σπουδαιότερος είναι κάποιος, τόσο περισσότερο τον βασανίζουν οι ιδιαιτερότητές του. Φυσικά, η μπάλα παίρνει κι εσένα, το συνεγάτη του, και τους δικούς του ανθρώπους. Φαίνεται ότι μόλις γεννηθούν, κάποιο αόρατο χέρι τούς κάνει μια ένεση και τους αναγκάζει ν’ ακολουθήσουν αργότερα αυτή την οδυνηρή περιπέτεια που λέγεται ελληνικό τραγούδι.


Το οποίο, βέβαια, εκδικείται τη θεία δωρεά που έχουν και τους δίνει συνεχώς τα παράσημα της ανασφάλειας, του άγχους, της αναγκαστικής συνεργασίας ακόμα και με άσχετους ή ελεεινούς ή γραφικούς ανθρώπους. Πρέπει να έχει κανείς δαιμονική διαίσθηση, για να τον βοηθήσει να ξεφύγει λίγο πριν τον ρίξουν στον γκρεμό. Και μόλις περάσει η κρίση, πάντα υπάρχει η δυνατότητα για καινούργιες κατακτήσεις.

(...)

Μάνος Ελευθερίου


Πηγή: 

Μάνος Ελευθερίου, Τα λόγια και τα χρόνια (1963-2013) Τα τραγούδια, εκδόσεις Μεταίχμιο (2013), 523 σελ.

Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2020

"Δεν είμαι ικανοποιημένος με τον εαυτό μου"






(Απόσπασμα ανέκδοτης συνέντευξης του Μάνου Ελευθερίου στα Μουσικά Προάστια. Φωτογραφίες: Ειρήνη Φιλιππίδου, Ερμούπολη).


Γράφω πάρα πολύ δύσκολα. Βέβαια, θα μου πεις ότι έχω κάνει μια τεράστια δουλειά εκδοτική. Πράγματι. Αυτό σημαίνει ότι δουλεύω πολύ όλη μέρα. Τώρα, τι έχει βγει απ’ όλη αυτή τη δουλειά, πόσο αξίζουνε αυτά τα πράγματα, δεν ξέρω. Δεν ξέρω αν όσα έγραψα θα ενδιαφέρουν τις επόμενες γενιές. Αν βρεθεί κάποιος που θα βρει κάτι, ένα αποκούμπι ή θα του δώσω μια χαρά ύστερα από είκοσι-τριάντα χρόνια… 

Διαχρονικό γίνεται ένα τραγούδι όταν εξακολουθεί κι ύστερα από είκοσι, τριάντα, σαράντα, πενήντα χρόνια. Δεν μπορείς να πεις ότι αυτό που κάνω τώρα θα είναι διαχρονικό τραγούδι. Το διαχρονικό το βρίσκεις ύστερα από πάρα πολλά χρόνια, και λες «ναι, είναι πράγματι διαχρονικό» ένα τραγούδι που βγήκε ύστερα από σαράντα χρόνια και το ακούς με την ίδια χαρά και ανάταση. Μην ξεχνάμε δυο μεγάλους παράγοντες που συνεργούν στη διαχρονικότητα ενός τραγουδιού: τη μαγεία της μουσικής και τη μαγεία της ερμηνείας. Όταν συμπέσουν και αυτά τα δύο σε καλούς στίχους, τότε κάνουμε το ευτυχισμένο τραγούδι. Φαίνεται ότι τα κατάφερα κάμποσες φορές.

Τώρα πια γράφω τραγούδια μόνο για τον εαυτό μου. Ουσιαστικά, πάντα αυτό έκανα, κι όταν ερχόταν κάποιος συνθέτης, του τα διάβαζα κι έλεγε «αυτό το θέλω». Πολλοί τα πήραν τα τραγούδια και τα ξεχάσανε στο σπίτι τους. Άλλοι τα χάσανε στον δρόμο. «Κάπου τα έβαλα και χαθήκανε» λέει. Δύο περιπτώσεις τέτοιες είχα τον περασμένο μήνα.








Δεν είμαι ικανοποιημένος με τον εαυτό μου. Έπρεπε να επιμείνω σε ορισμένα πράγματα που δεν επέμεινα. Ας πούμε, έπρεπε να γράψω μερικά ακόμη τραγούδια χωρίς ομοιοκαταληξία, να ξεφύγω από την τρομοκρατία της ομοιοκαταληξίας, να ξεφύγω από το κουπλέ-ρεφρέν. Έδειξα σε κάποιον, έναν συνθέτη μεγάλης ηλικίας, αυτά που γράφω τώρα και τρόμαξε. Του λέω «μα όλα έχουν αλλάξει, ας αλλάξει και το τραγούδι». Τίποτα - εκεί αυτός. Και δεν το επέβαλλε καμία αγορά αυτό· οι ίδιοι οι συνθέτες και οι ίδιοι οι τραγουδιστές το ζητούσαν.

Δεν κάνουνε πολιτικά τραγούδια. Με τέτοιο κακό που γίνεται στην Ελλάδα, δεν θα έπρεπε να υπάρχει ένας να βγάλει τέτοια τραγούδια; Μήπως δεν μπορούνε; Υπάρχει κι αυτό… μπορεί να μην μπορούνε να γράψουνε πολιτικό τραγούδι. Ο κόσμος παλαιότερα είχε ανάγκη αυτό το πολιτικό μήνυμα που είχε και ελπίδα μέσα του, και μια καταγγελία ορισμένων πραγμάτων. Αλλά ακριβώς την ίδια κατάσταση περνάμε και τώρα, που σημαίνει ότι το έχει ανάγκη ο κόσμος αυτό το πράγμα. Εάν βγει ένας νεαρός, ένας θαυμάσιος τραγουδιστής, ας πούμε ο Κωστής Μαραβέγιας που έχει κόσμο και ντουνιά πίσω του, και κάνει τέτοιο τραγούδι, θα δεις ότι ο κόσμος θα τιναχτεί στον αέρα. Απλά δεν θέλει να το κάνει.








Εικόνες από τη Σύρο έχω χρησιμοποιήσει πάρα πολλές και στα ποιήματά μου, και στα πεζά. Και στα τραγούδια μου, επίσης, αλλά χωρίς να αναφέρομαι συγκεκριμένα. Εκεί που λέω «κάμαρες που μύριζαν λιβάνι και του Ιορδάνη το νερό» θυμάμαι ότι ως παιδί που πήγαινα σε ένα σπίτι, μύριζε λιβάνι, μόλις είχαν θυμιατίσει. Σε αυτό το σπίτι πήγα ύστερα από 45 χρόνια, είναι μια μικρή πανσιόν τώρα, μπήκα μέσα, και λέω «μπορώ να μπω να το δω; Ερχόμουν μικρός». Και με αφήσανε. Είναι φοβερό να μπαίνεις σε ένα σπίτι ύστερα από πάρα πολλά χρόνια. Ορισμένα πράγματα που νόμιζες ότι ήταν πάρα πολύ μεγάλα είναι τόσο μικρά εάν τα δεις ύστερα από τόσα χρόνια. Μια σταλίτσα φαίνονται, αλλά στο μυαλό σου παίρνανε τεράστιες διαστάσεις.

Επίσης, μου ’ρχονται στο μυαλό οι ήχοι, οι μυρωδιές - μυρωδιές φαγητών, για παράδειγμα. Όταν πάω σ’ ένα σπίτι και μαγειρεύουν κι έρχεται η μυρωδιά, ξέρω τι μυρωδιά είναι κι αμέσως πάει πίσω στη Σύρο η σκέψη, σε μια μυρωδιά συγκεκριμένη και σ’ έναν ορισμένο χώρο. Ας πούμε, υπάρχει μια κυρία που φτιάχνει ψάρια σαβόρι, με δεντρολίβανο, ξύδι, σάλτσα κλπ. Φτιάχνουν αυτή τη σάλτσα την πάρα πολύ ωραία για να μην πετάξουν τα τηγανητά ψάρια - τα τρώνε την επόμενη μέρα. Αυτοί ήταν τρόποι για να κάνουν οικονομία οι άνθρωποι. Στα παλιά χρόνια είχαν το μπάλωμα, ας πούμε, που έχει καταργηθεί πλέον.

Μάνος Ελευθερίου






(Απαγορεύεται η αναπαραγωγή μέρους ή του συνόλου του κειμένου ή των φωτογραφιών - Μουσικά Προάστια).

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2020

Ο Μάνος Ελευθερίου για τον Δημήτρη Λάγιο







Αλλιώς θα ’πρεπε και αλλιώς θα ’θελα να αποχαιρετήσω τον Δημήτρη Λάγιο. Τώρα μοιάζει σαν να θέλω να τον διώξω μέσα από το σπίτι του. Θα ’θελα να τον αποχαιρετώ φεύγοντας από την Ζάκυνθο, κι εκείνος να μένει με την παρέα του στην προκυμαία. Να τον αποχαιρετώ πηγαίνοντας εκείνος προς τη Ζάκυνθο και να σκέπτομαι πως σ’ όλη τη διαδρομή θα τραυλίζει μια μελωδία ή ένα στίχο. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν έγινε. Θα γίνει μόνο στη φαντασία μου εκείνο που θέλω και εκείνο που συνεχώς θ’ αποφεύγω: Να μαθαίνω κάθε μέρα το γκρέμισμα του σώματός του και ποτέ να μην τολμώ να του μιλήσω. Ώσπου το αποφάσισα. Και μου λέει: «Θα το ξεπεράσω! Τον εαυτό σου να προσέχεις!». Τώρα βέβαια μένει ο ήχος του. Που ποτέ δεν μπορεί να αξιολογήσει ένας φίλος. Αυτό διδάσκει η πείρα κι αυτό μου υπαγορεύει τούτη η άχαρη ώρα καθώς προσπαθώ να χαράξω ετούτα τα «δυο λόγια» που αλίμονο, δεν αντιπροσωπεύουν παρά κάτι πιο φτωχό και από τη σκιά μου. Είναι σίγουρο ότι τον παραστέκουν πλέον και οι δυο θεομόρφωτοι ποιητές της πατρίδας του. Και τον συνοδεύει πάντα όλη η φιλία των ανθρώπων που τον αγάπησαν. Του Γιώργου Νταλάρα, κυρίως, που τον αποχαιρετά ζωγραφίζοντας γυάλινα φυλλώματα και γκρεμούς μιας άλλης ζωής - της υπαρκτής Ελλάδας.

Μάνος Ελευθερίου
Ερωτική πρόβα, 1991

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2019

Ο Μάνος Ελευθερίου στα "Συριανά Γράμματα"



Ο Μάνος Ελευθερίου για τη Σύρο
Αποσπάσματα συνέντευξης στον Δημήτρη Β. Βαρθαλίτη



Τι στριφογυρίζει πιο συχνά από τις παιδικές σου εικόνες μέσα στη φαντασία σου;

Οι μπαξέδες που ξεκινούσαν απ’ τη Νεάπολη και φτάνανε μέχρι τα Τρία Γεφύρια. Τα αμέτρητα πηγάδια, που είχα σκάψει οι μπαξεβάνηδες και οι άνθρωποι για τις ανάγκες τους. Τα πουλιά που κελαηδούσαν. Το σπίτι του Βαγγέλη που καθόμαστε και διαβάζαμε τα εικονογραφημένα βιβλία και τους «Άθλιους» του Βίκτωρος Ουγκώ.
(…)


Όταν έπεσαν οι βόμβες στο Λιμάνι στο τέλος της Κατοχής, πού ήσουν;

Έκανε πολλή ζέστη εκείνη τη νύχτα. Ο παππούς μου, ο Πίσσας, κοιμότανε στην ταράτσα του σπιτιού μας κι εγώ κοιμόμουνα δίπλα του.

Μια βόμβα έπεσε ακριβώς στο σπίτι του μπαμπά μου και το γκρέμισε. Εκεί γεννήθηκα κι έζησα, μέχρι που η μάνα μου αγόρασε το σπίτι στην Αμαλίας 10, το 1941. Μια άλλη βόμβα έπεσε δίπλα στο σπίτι μας, το οποίο έπαθε μεγάλη ζημιά. Ευτυχώς δεν μας σκότωσε, αλλά μας ταρακούνησε. Ακόμη βλέπω στον ουρανό τη λάμψη των βομβών.
(…)


Μάνο μου, τα χρόνια που πέρασες στη Σύρο επηρέασαν το λογοτεχνικό σου έργο;

Αυτή την περίοδο την ονομάζω «απύθμενη δεξαμενή των αναμνήσεων». Όλη μου τη ζωή υπόφερα από δύο αρρώστιες: τη μοναξιά και τις παιδικές μου αναμνήσεις.



Πηγή:
«Ψάξε να βρεις εσύ το γενεαλογικό μου δέντρο», Συνέντευξη του Μάνου Ελευθερίου στον Δημήτρη Β. Βαρθαλίτη, Συριανά Γράμματα, τεύχος 4, περίοδος Β’, Δεκέμβριος 2018, σελ. 65-67.




Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2019

Θα 'θελα να μου δώσει κάποιος το κλειδί...





"Θα ’θελα να μου δώσει κάποιος το κλειδί και ν’ ανοίξω κάποτε ένα απ’ αυτά τα κλειστά ολομόναχα σπίτια μόνος μου και να τα περιτριγυρίσω μόνο μου και να χαϊδέψω κάθε κόχη και παράθυρο και κάθε πόμολο παραθύρου και πόρτας - και να προσπαθήσω να σκεφτώ πόσες φορές άνοιξαν αυτές οι πόρτες, για ποιες χαρές και πόσες λύπες, τι λόγια αγάπης, ζήλιας, μίσους και εκδίκησης και παρηγοριάς ακούστηκαν εδώ μέσα, πόσοι γεννήθηκαν και πόσοι πέθαναν κοιτάζοντας για τελευταία φορά αυτούς τους τοίχους. Ίσως γίνει κάποτε κι αυτό. Ίσως με λυπηθεί κάποτε κάποιος και μου κάνει το χατίρι".


Μάνος Ελευθερίου
Ιούνιος 1998

από Μάνος Ελευθερίου, «Σημείωμα του επιμελητή», σε Νεοκλασική Ερμούπολη, Αθήνα: Κτηματική Τράπεζα, 1998, σελ. 281.





©Ειρήνη Φιλιππίδου




©Ειρήνη Φιλιππίδου




 ©Ειρήνη Φιλιππίδου



Οι φωτογραφίες με τις πόρτες από παλιές κατοικίες της Ερμούπολης προέρχονται από τη συλλογή "Ερείπια" της Ειρήνης Φιλιππίδου. Την ευχαριστούμε για την ευγενική παραχώρηση.

Δευτέρα 6 Αυγούστου 2018

Μάνος Ελευθερίου: Τα πρώτα χρόνια






Μάνος Ελευθερίου: Τα πρώτα χρόνια


Αφήγηση στους Σπύρο Αραβανή και Ηρακλή Οικονόμου
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ


Πρέπει να ήμουν πολύ μικρός. Μια γυναίκα χωρίς πρόσωπο, πρέπει να ήταν η μάνα του πατέρα μου. Φορούσε μακρύ καφέ φόρεμα. Τη θυμάμαι μέχρι το στήθος, το πρόσωπό της καθόλου. Ύστερα από λίγο καιρό πέθανε. Είναι η πρώτη εικόνα που έχω στη μνήμη μου. Όπως και η παρουσία του δεύτερου συζύγου της προγιαγιάς μου. Ήταν ψηλός μάλλον με παχιά μουστάκια. Καθόμαστε σε έναν τεράστιο κύλινδρο, μια μυλόπετρα. Όταν πήγα στη Σύρα ύστερα από χρόνια, την ξαναβρήκα. Σήμερα δεν υπάρχει. Ήταν έξω από το σημερινό Βιομηχανικό Μουσείο στην Ερμούπολη.

Γεννήθηκα Μάρτη του ’38. Σε ένα μεγάλο σπίτι, διώροφο νεοκλασικό, μέσα στην Ερμούπολη. Δεν υπάρχει σήμερα. Αργότερα η μητέρα μου αγόρασε ένα νεοκλασικό με έναν ωραίο κήπο, ένα από τα λίγα σπίτια με κήπο. Δεν έχει γκρεμιστεί, όμως έχει αλλάξει τελείως η πρόσοψη. Στον κήπο αυτό έχτισαν σπίτι. Η οδός τότε λεγόταν Βασιλίσσης Αμαλίας. Είχε αγοραστεί με καλά χρήματα, το 1940, με χρυσή δραχμή όπως έλεγαν τότε, όχι χρήματα του πληθωρισμού, εντούτοις επειδή ο νόμος Σοφούλη έλεγε ότι από την 1η Απριλίου, όσα σπίτια πουλήθηκαν επιστρέφονται στους πωλητές, το χάσαμε. Εκείνα τα χρόνια, επί Κατοχής, ο κόσμος πουλούσε το σπίτι του για έναν τενεκέ λάδι ή δυο τσουβάλια πατάτες, να φάνε τα παιδιά τους μετά την Απελευθέρωση. Ήμαστε συνεχώς στα δικαστήρια. Ο τελευταίος δικηγόρος που είχαμε, πέθανε πρόσφατα, Κώστας Κριτσίνης, 89 ετών. Τον είχε βάλει ο πατέρας μου επειδή ήταν νεαρός δικηγόρος, φέρελπις. Ζούσαμε εκεί τότε δυο αδέρφια, εγώ με την αδερφή μου, Αγγελική, η μητέρα μου, η μητέρα της και ο δεύτερος σύζυγος της γιαγιάς μου. Πολλές φορές η γιαγιά μου έπιανε σπίτι αλλού. Στο σπίτι σπάνια έμπαιναν γειτόνισσες και φίλες της μαμάς μου. Ο κόσμος ερχόταν όταν υπήρχε γιορτή. Είχαμε μια παραδουλεύτρα, την Ελένη, και μια γυναίκα που ερχόταν και έπλενε τα ρούχα. Μια βασανισμένη γυναίκα. Είχε πολλά παιδιά. 

Τον πατέρα μου τον γνώρισα μεγάλος, έξι χρονών πρέπει να ’μουνα. Λόγω του πολέμου είχε αποκλειστεί στο εξωτερικό και δεν μπορούσε να έρθει στην Ελλάδα. Όταν επέστρεψε, το 1945 έμεινε μαζί μας μέχρι το 1953. Τότε γεννήθηκαν και τα άλλα δύο αδέλφια μου, ο Στέλιος και η Λιλή. Η μητέρα μου γεννήθηκε στη Σύρο και η μητέρα της επίσης. Ο προπάππους μου από την πλευρά της μητέρας μου ήταν ή Μυκονιάτης ή Παριανός. Η προγιαγιά μου ήταν από την Πάρο. Είχε έλθει στη Σύρο για καλύτερη τύχη, μαύρη τύχη, στα τέλη του 19ου αιώνα. Η μητέρα του πατέρα μου μαζί με όλη την οικογένειά της είχαν έρθει από τη Χίο κι αυτή στο τέλος του 19ου αιώνα. Ο πατέρας μου έχασε πολύ νωρίς τον πατέρα του και αναγκάστηκε από μικρό μωρό να πηγαίνει να εργάζεται. Αυτός ο παππούς πρέπει να ήταν από την Απείρανθο της Νάξου. Υπάρχουν πολλοί εκεί μ' αυτό το όνομα. Και όλοι γράφουν μαντινάδες. Αυτό σημαίνει ότι είχαν ξεκινήσει από την Κρήτη και πιο μπροστά από την Κωνσταντινούπολη. Πολλές χώρες, πολλά βάσανα. Για τον μαύρο επιούσιο.

Τη γιαγιά μου, τη μητέρα της μητέρας μου, την έλεγαν Ευαγγελία Αντωνοπούλου Τη μαμά μου Ευδοξία. Τη βλέπω μέχρι και σήμερα, έρχεται καμιά φορά στον ύπνο μου. Ήταν πάντα κοντά στα παιδιά της. Τραγουδούσε, είχε καλή φωνή. Κάποτε, την περίοδο του πολέμου, ένας ελληνο-αμερικανός συγγραφέας, όταν ήταν νέα - εγώ ήμουν δυόμιση χρονών - της είπε να καλλιεργήσει τη φωνή της. Και εκείνη διερωτήθηκε: «Να καλλιεργήσω τη φωνή μου; Τι πάει να πει “καλλιεργώ;”». Στο νου της καλλιεργούνταν τα χωράφια. Και είχε δίκιο. Είχε πράγματι ωραία φωνή. Και η γιαγιά μου είχε ωραία φωνή. Η αδερφή μου, Αγγελική, το 1978, έκανε μια εκπομπή στο ραδιόφωνο και έβαλε τη γιαγιά μου και τραγούδησε, 78 χρονών γυναίκα. Είχε μια φωνή κοντράλτα. Η μητέρα μου έγραφε και ποιήματα - τα έδωσε κάπου και χαθήκαν. Ζωγράφιζε κιόλας, και έχω αρκετά έργα της, λίγο τρομακτικά, εντελώς καφκικά έργα. Έγραψε και μια μικρή αυτοβιογραφία. Την δακτυλογράφησα σε τέσσερα αντίτυπα και τη μοιραστήκαμε τα τέσσερα παιδιά. Έχει και μια φοβερή, τραγική σκηνή εκεί. Γνώρισε τον πατέρα της, παιδάκι μια φορά, και αυτός δεν της έδωσε ούτε ένα δωράκι. Και τον ξαναείδε πια μεγάλη, ύστερα από 20-25 χρόνια, την περίοδο της Κατοχής. Και τη ρώτησε μόνο «πώς περνάς;». Ο παππούς μου είχε αρκετά κτήματα και χρήματα, αλλά δεν της έδωσε ποτέ τίποτα. Αλλά αυτή στα παιδιά της έδωσε τα πάντα.

Από τον πατέρα μου δεν θυμάμαι απολύτως τίποτα από εκείνη την εποχή. Ήταν ένας ξένος. Τον απωθούσαμε κι εγώ και η αδερφή μου. Δεν έχω αναμνήσεις, μόνο δυο-τρεις εικόνες. Θυμάμαι μονάχα ότι του ζήτησα δυο φορές - στην Τετάρτη Δημοτικού ήμουνα - να με βοηθήσει σε μια διαίρεση, θυμάμαι σε ένα τραπέζι όπου ήπια για πρώτη φορά μπύρα, δεν θυμάμαι άλλες εικόνες. Δεν μπορούσε να δουλέψει επειδή είχε κηρυχθεί «εις αφάνειαν», και όταν πήγε να ψηφίσει το ’46, και εκείνος και πολλοί άλλοι ναυτικοί είχαν διαγραφεί. Τότε είχε βγάλει διαταγή ο Ζαχαριάδης: «αποχή από τις εκλογές». Ένα από τα πολλά θανάσιμα λάθη του Ζαχαριάδη, τη στιγμή που μπορούσε να έχει τουλάχιστον το 25% της ελληνικής Βουλής. Πιθανόν να ήταν της Μόσχας η διαταγή, αυτός ήταν λακές της Μόσχας. Την πλήρωσαν οι πολίτες. Μετά αναγκάστηκαν και πήγαν στους πολιτευτές του νησιού, και τους είπαν ότι «δεν μας αφήνουν να ψηφίσουμε, δεν μας βρίσκουνε». Οι περισσότεροι ήταν «αιρετικοί» αριστεροί, από τότε, και το 'καναν για να τιμωρήσουν το λάθος του Ζαχαριάδη. Στέλνουν επείγον τηλεγράφημα στο υπουργείο Εσωτερικών. Η απάντηση ήρθε την ίδια μέρα αλλά ήρθε αργά, όταν είχαν κλείσει οι κάλπες. Από τότε αρχίζει ένα κυνηγητό της αστυνομίας. Ο πατέρας μου απαγορευόταν να εργαστεί οπουδήποτε, αν έβρισκε δουλειά τον έδιωχναν ύστερα από μια βδομάδα. Οι γονείς μου παντρεύτηκαν από συνοικέσιο. Δεν ευδοκίμησε ο γάμος. Οι σχέσεις τους δεν ήταν ευχάριστες. Αισθανόμασταν ότι υπάρχει ένας πόλεμος. Η μητέρα μου έγραψε πολλά πράγματα στην αυτοβιογραφία της. Πολλά που δεν φανταζόμασταν. Τρομακτικά. 

Με τα αδέλφια μου είχα άψογη συνεργασία και αγάπη. Πρώτος ήμουν εγώ, μετά η Αγγελική, μετά ο αδελφός μου, ο Στέλιος, και οι δυο πλέον πεθαμένοι, και μετά η Λιλή. Ο καθένας είχε τα δικά του. Η μεγάλη μου αδελφή έγινε ηθοποιός. Είχε γράψει και στίχους, κύκλους τραγουδιών με τον Θεοδωράκη και ήταν καλύτερη ποιήτρια από εμένα. Ο αδελφός μου έμαθε μουσική, έπαιζε στην μπάντα του Χαλανδρίου σχεδόν μέχρι το τέλος. Η μικρή σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών στο Παρίσι, έγινε ζωγράφος και ζει από αυτό.

Πρώτη μέρα στο σχολείο, μπήκα στο προαύλιο και η μαμά μου μίλησε με μια κυρία και είπε: «Θα σου γνωρίσουμε ένα συμμαθητή σου που λέγεται Γιώργος Σαρλής». Έδωσα το χέρι μου, και έκτοτε γίναμε φίλοι. Έγινε καθηγητής στη Γεωπονική. Με τους συμμαθητές μου από την πρώτη δημοτικού έχω διατηρήσει σχέσεις μέχρι σήμερα. 

Ήμουν πολύ ήσυχος στην τάξη. Κάθε πρωί έπρεπε να έχουμε καθαρό μαντήλι, απαραιτήτως. Η δασκάλα μας, η δεσποινίς Αντωνακοπούλου μάς κοίταζε τα νύχια, να είμαστε καθαροί. Επίσης, κοίταζε τα αυτιά μας. Κυκλοφορούσαν κοριοί, ψείρες, ποντίκια και κατσαρίδες. Πρώτη ζήτηση σε όλη την Ελλάδα. Γι’ αυτό αναγκάστηκε και ο Μεταξάς να διατάξει να βαφτούν άσπρα τα νησιά. Ασβέστης μέσα-έξω για να φεύγουν τα μαμούνια, και έτσι έγιναν τα άσπρα νησιά.

Στο απολυτήριο έπαιρνα 10. Αιφνιδίως, όμως, ανακαλύφθηκαν έλεγχοι που εμφάνιζαν βαθμούς 8 και 9, μια ορισμένη χρονιά. Μάλλον τετάρτη ή πέμπτη δημοτικού. Θυμάμαι, ακόμα, ότι ζωγράφιζα πολύ ωραία τα νησιά. Έσκιζα όμως τα έργα μου για να έχω τη χαρά να τα ξανα-ζωγραφίσω. Ο τρόμος μου πάντως ήταν τα Μαθηματικά. Δεν καταλάβαινα με τίποτα τη μέθοδο των τριών. Διάβαζα με πάθος τα σχολικά βιβλία και το Μέγα Ωρολόγιον. Είχα μάθει απέξω όλους τους ύμνους. Το βιβλίο ανήκε στη μάνα του πατέρα μου - λίγα πράγματα μου έχουν μείνει από αυτή τη γυναίκα: ένα τραπέζι, μια φωτογραφία και ένα εκπληκτικό σακάκι γεμάτο χάντρες και πούλιες που η αδελφή μου το έβαζε τις Απόκριες. Χάθηκε κι αυτό. Σε ηλικία 11-12 χρονών, διάβαζα με μανία μια εφημερίδα που ερχόταν καθημερινά. Ήταν μια δεξιά εφημερίδα, ο «Εθνικός Κήρυξ». Κάποια στιγμή έφυγε μια οικογένεια από δίπλα μας και μας άφησαν τα βιβλία τους. Εκεί διάβασα πρώτη φορά την «Ωραία του Πέραν». Μετά το είδα και στον κινηματογράφο. Διάβαζα, επίσης, τα λαϊκά φυλλάδια, τα εικονογραφημένα, δηλαδή, φυλλάδια των 40 σελίδων που πουλούσαν τα περίπτερα. Διάβαζα τα ψευτο-λαϊκά, τα ψευτο-αστυνομικά μυθιστορήματα, λαϊκά περιοδικά, τον «Θησαυρό», ό,τι μου έπεφτε στα χέρια. Τότε γνώρισα για πρώτη φορά τους «Αθλίους» που με τρόμαξαν. Δεν έχω κρατήσει όμως καμία παιδική έκθεση, τίποτα από εκείνα τα χρόνια.

Η μητέρα μου είχε φωνόγραφο στο σπίτι, εγώ δεν τον πρόλαβα. Ραδιόφωνο αποχτήσαμε πολύ αργά, το ’50. Είχαμε το πρώτο ραδιόφωνο στη γειτονιά. Πρώτο τραγούδι από μεγάφωνο άκουσα σε ένα καφενείο, μεγάλος πια. Κατέβαινα κάτω στην Ερμούπολη, εκεί που είναι σήμερα το ΙΚΑ, στο καφενείο του Καλόγερα. Αυτός έβγαινε κάθε απόγευμα, έπλενε καλά τα μαρμάρινα τραπεζάκια, έριχνε νερό γύρω γύρω για να κατακαθίσει η σκόνη. Το μαγαζί έλαμπε. Έβαζε το γραμμόφωνο αλλά ακουγόταν από μεγάφωνο. Θυμάμαι το τραγούδι «Ο Πασατέμπος». Τα μαγαζιά της παραλίας στην Ερμούπολη, δεν έπαιζαν ρεμπέτικα αλλά ελαφρά, έπαιζαν την Βέμπο. Όταν πια έκανα τον κύκλο για να πάω στο μάθημα των γαλλικών – εκεί όπου σήμερα είναι η Νομαρχία - ήταν ένα σπίτι (εκεί μέσα διαδραματίζεται ο «Καιρός των Χρυσανθέμων»). Άκουγα από τα γύρω σπίτια στο πιάνο τα «Νυχτερινά» του Σοπέν.

Στο θέατρο πήγα για πρώτη φορά με τη μητέρα μου - στο θέατρο Απόλλων - στα 13 με 14. Με έπαιρνε μαζί της γιατί δεν είχε σύζυγο, είχα εγώ, ας το πούμε, αυτόν το ρόλο. Το καλοκαίρι πίσω από εκεί υπήρχε ένα υπαίθριο θέατρο. Είδα πολλές επιθεωρήσεις, μουσικό θέατρο. Μάλιστα μέχρι κάποια ηλικία δεν ήξερα ότι υπάρχει θέατρο πρόζας, νόμιζα ότι υπάρχει μόνο μουσικό θέατρο. Άκουγα και λίγα θεατρικά έργα στο ραδιόφωνο αλλά δεν με ενθουσιάζανε. Θυμάμαι μια εκπομπή «Το θέατρο στο μικρόφωνο» ενός δημοσιογράφου του «Έθνους», Αχιλλέας Μαμάκης λεγόταν, από την οποία κάθε Κυριακή μεσημέρι περνούσαν οι Έλληνες ηθοποιοί οι οποίοι παρουσίαζαν τα έργα που έπαιζαν και μια μικρή σκηνούλα από αυτά. Ήταν μια διαφήμιση του έργου που θα ανεβάζανε. Ήταν και η μόνη παρηγοριά για αυτούς τους ανθρώπους. Τρέχανε από την Κυβέλη, που ήταν υποτίθεται μια μεγάλη πρωταγωνίστρια με μύθο πίσω της, μέχρι τον τελευταίο της επιθεώρησης. Ευτυχώς αυτή η εκπομπή έσωσε τις φωνές ορισμένων ηθοποιών που δεν θα ήταν αλλιώς πότε καταγεγραμμένες.

Η πρώτη μνήμη που μου έρχεται σήμερα όποτε πηγαίνω στη Σύρο είναι αυτά τα παιδικά μου χρόνια. Μια σκηνή με τον πατέρα μου να διασχίζουμε το δρόμο. Μια σκηνή με κάποιο θείο μου που είχε έρθει από Αγγλία, ξάδερφος του πατέρα μου, κι εγώ πήγαινα πρώτη Γυμνασίου και του είπα «δεν μπορώ να σας ακολουθήσω μέχρι την πλατεία». Δεν επιτρεπόταν οι μαθητές του Γυμνασίου να κυκλοφορούν μετά τις 9 το βράδυ. Και μου λέει: «ποιος θα μου πει εμένα κάτι, ξέρεις ποιος είμαι εγώ;». Τίποτα δεν ήταν, αλλά αυτό είναι το αιώνιο ελληνικό «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;». Εικόνες θυμάμαι, μια παραμονή Χριστουγέννων, μία σκηνή όπου η μητέρα μου φέρνει ένα γλυκό από ένα γάμο. Αυτή που παντρεύτηκε, η Αθηνά Μιχάλοβιτς, τώρα δεν γνωρίζει κανέναν, είναι 95 χρονών. Πρόσφατα πέθανε και η Ούρσουλα Ζησίδου. Αυτές ήταν οι δύο καλύτερες φίλες της μητέρας μου. Όταν πηγαίνω στη Σύρο, ρωτάω για ορισμένους, αν ζουν, αν υπάρχουν. Ένας - δυο συμμαθητές υπάρχουν επίσης εκεί, καθώς και μία κυρία που μου λέει για όλους τους θανάτους. Όλα αυτά δεν είναι ευεργετικά, βέβαια, αλλά σκέφτεσαι και τον εαυτό σου, καθώς μαθαίνεις όλο δυσάρεστα νέα. Θυμάσαι και τον στίχο του Σεφέρη «η ζωή μας κάθε μέρα λιγοστεύει», τον οποίο έγραψε νεότατος.

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2016

Ο Μάνος Ελευθερίου για την ποιητική συλλογή "Στίχοι πριν την άνοιξη" του Μάνου Ορφανουδάκη



Ο Μάνος Ελευθερίου για το «Στίχοι πριν την άνοιξη» του Μάνου Ορφανουδάκη

Κείμενο του Μάνου Ελευθερίου που διαβάστηκε στην παρουσίαση της συλλογής «Στίχοι πριν την άνοιξη» του Μάνου Ορφανουδάκη, στις 17/2/2016, στη Μπουάτ Απανεμιά. Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μετρονόμος.

***

Για τον Μάνο Ορφανουδάκη

Έψαξα στο «Μικρόν ευχολόγιον» της Εκκλησίας μας και βρήκα ότι ο μάρτυς Υάκινθος εορτάζει στις 3 Ιουνίου. Υπάρχουν ακόμη δύο γιορτές του, άγνωστο για μένα αν πρόκειται για τον ίδιο μάρτυρα –στις 18 Ιουλίου και 24 Δεκεμβρίου.

Δεν ξέρω τις σχέσεις του στιχουργού, του αγαπητού μας Μάνου, με τους αγίους και τους οσίους και τους μάρτυρες της Εκκλησίας, είμαι όμως σε θέση να ξέρω τις σχέσεις του με τους αγίους συνθέτες μας και στιχουργούς μας, που οι περισσότεροι απ’ αυτούς έγραψαν τους έρωτες και τις αγάπες τους πάνω σε πέτρες με τα νύχια τους. Έτσι δένει απόλυτα και ο στίχος του Μάνου Ορφανουδάκη στο ομώνυμο τραγούδι του Υάκινθου «πέτρα που έχει σκαλιστό / διπλό το σ’ αγαπώ».

Ο στίχος του Μάνου Ορφανουδάκη έχει μαστοριά και τρυφερότητα. Χωρίς να το θέλει φαίνεται η φόδρα των στίχων. Και εννοώ των στίχων των τραγουδιών που προηγήθηκαν πριν από κείνον, είτε σε λαϊκά είτε σε ελαφρά τραγούδια. Ο ίδιος τυχαίνει να είναι βαθύς γνώστης του ελληνικού τραγουδιού και αυτό βοηθά στην εργασία του. Η προσωπικότητά του όμως το μεταμόρφωσε. Αυτή η μικρή ενότητα τον έξι τραγουδιών που άκουσα σε θαυμάσιες μελωδίες των Γιώργου Καλογήρου, Διονύση Μπουκουβάλα, Πάνου Κοσμίδη και Σταύρου Σταυρίδη, ήταν ό,τι έπρεπε ν΄ακουστούν την περίοδο του Νέου Κύματος. Το ότι επανέρχεται αυτή η εποχή στο μυαλό μου, είναι γιατί οι συνθέτες εκείνου του καιρού που άφησαν διαμάντια στο πέρασμά τους, θα έκαναν κεφαλοκλείδωμα στον Ορφανουδάκη να τους δώσει στίχους του. Και είναι προς τιμήν των νέων (και άγνωστών μου, δυστυχώς) νέων συνθετών που έσκυψαν τώρα με τόση αγάπη και προσοχή πάνω στους έξοχους στίχους του. Είναι μήνυμα ότι υπάρχουν ακόμη στην πατρίδα μας πηγές κρυστάλλινου νερού για να ξεδιψάσει κάθε πικραμένος.

Εδώ πρέπει να σημειώσω και τις θαυμαστές ερμηνείες του Γιώργου Καλογήρου, που τυχαίνει να είναι και συνθέτης, του Γιάννη Κασσωτάκη, του Ανδρέα Καρακότα, του Δημήτρη Κωνσταντίνου και του Γιάννη Λεκόπουλου.

Πριν γράψω τούτο το σημείωμα άκουσα δύο φορές το CD με τους στίχους του Ορφανουδάκη. Ξέρω εκ των προτέρων ότι ουδείς τραγουδιστής της «άλλης όχθης» δεν θα του ζητήσει στίχους καθώς και οι δυστυχισμένοι συνθέτες «χρέος την ανάγκη κάνοντας» υποκύπτουν για να επιζήσουν. Κι όμως και εκεί υπάρχουν φωνές εξαίσιες, και εκεί υπάρχουν αναζητήσεις, και προβλήματα, και εκεί υπάρχουν αδιέξοδα. Η τύχη όλων βρίσκεται σε λίγες λέξεις που λείπουν σε κάποιο σταυρόλεξο και είναι αδύνατο να συμπληρώσεις.

Ίσως αυτές οι λέξεις δεν λέγονται ποτέ δημόσια, εκτός πια και είσαι τελείως ελεύθερος και επαρκής οικονομικά και τα πει όλα χύμα. Θα ζεματιστεί πολύς κόσμος τότε, αλλά θα έχεις πει την αλήθεια –την οποία χρειαζόμαστε συνεχώς και όχι μόνο σ’ αυτές εφιαλτικές ώρες που ζούμε.

Αυτό το CD με τους στίχους του Μάνου Ορφανουδάκη μοιάζει στις μέρες μας με τα μηνύματα των ναυαγών, που περιμένουν βοήθεια. Πόση βοήθεια όμως ζητούν σήμερα οι στίχοι του Ορφανουδάκη; Η λέξη να μη μας τρομάζει. Είναι το μήνυμα ότι κάποιος κάπου, άγνωστος και μόνος, που μας στέλνει το μήνυμα ότι το ελληνικό τραγούδι μπορεί ακόμη να υπάρχει, μπορεί προσαρμόζεται στην καθημερινή ζωή, ότι μπορεί να κυκλοφορεί ντυμένο με νέες λέξεις και εικόνες, ότι υπάρχει ακόμη συνέχεια στην περιπέτεια του ελληνικού τραγουδιού. Και αυτή τη συνέχεια μας παρουσιάζει σήμερα ο Μάνος Ορφανουδάκης. Εύχομαι να συνεχιστεί για πολλά, ευτυχισμένα χρόνια.

Μάνος Ελευθερίου
Φεβρουάριος 2016

Δευτέρα 9 Μαΐου 2011

Μια συνέντευξη του Μάνου Ελευθερίου στη Ναταλί Κάππα






Μάνος Ελευθερίου: 70 χρόνια and still rocking…

Γράφει η Ναταλί Κάππα

Passtoport, τεύχος 13


«Όταν έξω στους δρόμους λιγόστευε το φως
εκείνος άναβε χρυσάνθεμα σε κρύπτες μυστικές του μέλλοντός του.
Πολυελαίους για να τρομάξει τις σκιές.
Και ελληνικά μιλώντας
έβγαινε από τον μεσαίωνα του σώματός του»
Από το ποίημά του «Τα Χρόνια Της Μεγάλης Αυταπάτης» 


Είναι Παρασκευή απόγευμα και έχω χαθεί με το ταξί στους δρόμους του Νέου Ψυχικού. Το ραντεβού είναι στις 19:00 και σίγουρα δεν θέλω να αργήσω… Το αφήνω κάπου και αρχίζω να ψάχνω με τα πόδια. Φτάνω 18:58, χτυπάω κουδούνι και η γνώριμη ζεστή φυσιογνωμία μού ανοίγει. Η φιλοξενία του ταιριάζει με το γεμάτο από βιβλία σπίτι και τα διάφορα μεμοραμπίλια από τις δεκαετίες που έχουν στοιχειώσει τους τοίχους και το βλέμμα. Μου φτιάχνει τσάι, επιμένει στο γλυκό του κουταλιού πορτοκάλι και κάθεται απέναντι σαν παλιός φίλος. Η φωνή του θυμίζει τριανταπεντάρη, ξεκινάει εκμυστηρευόμενος μια πρωινή του αγωνία και με το πόσο στην τσίτα είναι ακόμα και τώρα που ακούμπησε τα 70…

Η ιστορία αρχίζει πριν από 70 χρόνια στη Σύρο. Πώς ήταν τότε;

Από τα παιδικά μου χρόνια θυμάμαι μόνο εικόνες, δεν θυμάμαι λεπτομέρειες. Αρχίζοντας από μία γυναίκα, όταν ήμουν δυο-τριών χρόνων, μια γυναίκα με πολύ μακριά φορέματα, που ήταν η μητέρα του πατέρα μου, η οποία πέθανε εκεί στην Κατοχή. Ύστερα έρχονται άλλες εικόνες, κάποιος μαγαζάτορας, ένα μπακάλικο μέχρι απάνω με παλιά κουτιά, με τη θερψίνη και τα διάφορα άλλα πράγματα. Θυμάμαι από το σχολείο, μπαίνοντας στην αίθουσα των δασκάλων, που ήταν ένα πολύ μικρό έπιπλο με τζαμαρία, που ήταν βιβλιοθήκη που είχε τους μεγάλους τόμους, προφανώς το λεξικό του Ελευθερουδάκη, το προπολεμικό. Μου έκαναν τεράστια εντύπωση οι μεγάλοι τόμοι, καθότι πρώτη φορά έβλεπα ως παιδάκι τόσο μεγάλα βιβλία. Ύστερα θυμάμαι τον κύριο Βάλα. Πρέπει να ήμουνα ανάμεσα στην πρώτη και στη δευτέρα δημοτικού και δεν ξέρω πώς μπήκα μέσα στο σχολείο, καθότι ήταν κλειστό λόγω διακοπών. Πήγα σε ένα μέρος όπου είχε σκάψει και είχε φυτέψει κουκιά. Υπήρχε πείνα και ο άνθρωπος είχε φυτέψει, μήπως και έβγαζε ένα πιάτο κουκιά… Πρέπει να ήταν το 1945-1946. Το νησί έζησε έντονα την Κατοχή. Αν και λίγα πράματα θυμάμαι, παρά ταύτα δεν ξέρω πώς μας μεγάλωσε η μάνα μου.

Το ʽ40 λένε ότι η επαρχία δεν είχε το πρόβλημα που είχαν τα αστικά κέντρα.

Η Σύρα το είχε. Είχαμε περίπου οκτώ χιλιάδες νεκρούς από πείνα. Το εν τρίτο του πληθυσμού πέθανε από πείνα και από τις αρρώστιες. Θυμάμαι ένας αδελφός της γιαγιάς μου δηλητηριάστηκε τρώγοντας ένα γλυκό από μια λαμαρίνα που είχε οξυδωθεί. Θυμάμαι, επίσης, αμέσως μετά τον πόλεμο, πολλούς τσιγγάνους, περαστικούς, να φτιάχνουν τα παπλώματα. Τότε υπήρχε η μόδα, και στην Αθήνα, όπου πάνω από το πάπλωμα βάζανε σεντόνια πάνω-κάτω, και το λέγανε αυτό καπλάντισμα. Όταν θέλανε λοιπόν να καθαρίσουνε τα παπλώματα ή τα στρώματα, φωνάζανε τους γύφτους και αυτοί κάνανε όλοι τη δουλειά. Αλλά οι γύφτοι κάνανε κι άλλη δουλειά, σπουδαιότερη. Ανάβανε φωτιά σε μια φουφού, με όλα τα σύνεργα μαζί τους και λιώνανε καλάι –αυτό το άσπρο σαν ασήμι. Και μετά με μπαμπάκι και με κάτι πανιά φτιάχνανε το εσωτερικό των καζανιών. Της κατσαρόλας που μαγείρευαν οι γειτόνισσες. Αυτούς τους θυμάμαι που είχανε στρατοπεδεύσει και σε ένα μέρος έξω από την πόλη.

Μετά τη Σύρο, Αθήνα.

Ναι, και πάλι, βασικά, έχω εικόνες. Μείναμε στο Χαλάνδρι. Το σημαντικό ήταν ότι είχα σπουδαίους συμμαθητές. Περιττό να σου πω ότι ακόμη και τώρα κάνω παρέα με ανθρώπους που γνώρισα στην πρώτη δημοτικού. Ο ένας είναι ο Σαρλής, που είναι καθηγητής στη Γεωπονική, και η Παρθενόπη, συνταξιούχος πλέον δικηγόρος. Έφυγα από τη Σύρο σε ηλικία 14-15 χρόνων. Δύσκολη εποχή. Η Αθήνα δεν μου φάνηκε ότι ήταν κάτι τελείως διαφορετικό, γιατί ακόμα είχα προλάβει πολλά νεοκλασικά σπίτια, πρόλαβα και είδα πολλά και ωραία πράματα. Η Αθήνα ήταν μια μεγάλη πόλη σαν συνέχεια της Σύρου, πάλι με τα νεοκλασικά της. Ουσιαστικά η μεγάλη καταστροφή έγινε μετά το ʽ53... Ήταν μια δύσκολη στιγμή, η Ελλάδα έβγαινε από μια εποχή καταστραμμένη, από έναν εμφύλιο όπου η επαρχία πεινούσε κυριολεκτικά. Έχω ένα βιβλίο που γράφω κείμενα επάνω σε φωτογραφίες και που θα βγει του χρόνου. Είναι φωτογραφίες από το 1860 έως το 1940. Από ένα σημείο και πέρα, δεν αντέχεις να βλέπεις αυτή τη φτώχεια και την ταλαιπωρία των Ελλήνων, ιδίως των Ελληνίδων. Αυτά τα παπούτσια τα πάνινα, τι πάνινα, ούτε ξέρω που τα βρήκανε αυτό το πράμα που έχουνε τυλίξει τα πόδια τους. Βεβαίως, οι περισσότεροι ξυπόλυτοι. Και άνδρες και γυναίκες. Οι γυναίκες να είναι ζαλωμένες από τα άγρια βουνά, να παίρνουν στην πλάτη τους πενήντα οκάδες κλαδιά για το τζάκι τους και, για να μην πηγαίνει χαμένη η ώρα από το βουνό στο σπίτι τους, στο δρόμο να πλέκουν καθώς προχωρούν.

Δεν είναι λίγο να γράφεις την πρώτη σου ποιητική συλλογή στα 24.

Την πρώτη μου ποιητική συλλογή άρχισα να τη δουλεύω από τα 19 και για πέντε χρόνια. Στην αρχή έγραφα ποιήματα ομοιοκατάληκτα, γεγονός που με βοήθησε αργότερα να ξέρω καλά τη στιχουργική. Τραγούδια άρχισα να γράφω το ʽ61, ενώ το ʽ64 κυκλοφόρησε το πρώτο.

Ο Ελευθερίου των 24 και των 70. Ποιο είναι το βασικό τους κοινό και η μεγαλύτερη διαφορά;

Δεν νομίζω ότι άλλαξα πολύ. Στεναχωριέμαι με τα ίδια πράγματα που με στεναχωρούσαν τότε και τώρα. Και με τα ίδια πράγματα χαίρομαι. Μόνο που έχουν αλλάξει οι άνθρωποι που σου δίνουνε τις χαρές ή τις λύπες. Τίποτα άλλο. Ίδια βάση.

Ποιητής-συγγραφέας-στιχουργός, τι αγαπάς περισσότερο;

Ό,τι κάνω, το κάνω με αγάπη. Και η μία δουλειά με ξεκουράζει από την άλλη. Η ποίηση με ξεκουράζει αλλιώς. Όταν λέω με ξεκουράζει δεν εννοώ ξεκούραση με το να είμαι ξαπλωμένος κάπου με τα πόδια ψηλά για να πάει το αίμα στο κεφάλι, δεν γίνεται αυτό. Μπορεί να είναι το ίδιο βασανιστικό, αλλά αλλάζει η ατμόσφαιρά μου. Αλλάζουν τα ενδιαφέροντά μου. Πρέπει να έχω κέφι για να ασχοληθώ με κάτι, ειδάλλως δεν το κάνω. Και δεν ξεχωρίζω τη στιχουργική από την ποίηση, από το μυθιστόρημα ή από το διήγημα.

Πολιτικό τραγούδι και οι πολιτικές δεκαετίες του ʽ60 και ʽ70:

Θυμάμαι τη «Θητεία» με τον Μαρκόπουλο που ήταν μια όπερα στην αρχή κανονική, με τα ρετσιτατίβα του και τις άρειες. Εγώ αναφερόμουνα τότε στη δολοφονία του Λαμπράκη στην Θεσσαλονίκη, που κατά σύμπτωση ήτανε Παρασκευή, όπως Παρασκευή ήταν η μέρα του Πολυτεχνείου, η 21η Απριλίου... Αυτοί σβήσανε οτιδήποτε είχε σχέση με το φονιά και βάλανε άλλο πράμα. Εμείς αναγκαστήκαμε να το αλλάξουμε και άντε μετά από τρεις με έξι μήνες να έρθει η απάντηση από τη Λογοκρισία. «Και του λαού την πόρτα να χτυπήσει», το κάναμε «και του καημού την πόρτα να χτυπήσει»... Τέτοια πράματα συνέχεια. Είχα και μια γνωστή μου, στη Λογοκρισία, μεγάλη τραγουδίστρια του μελοδράματος, την Κική Μορφονιού, που κάτι βοήθησε και αυτή τότε να περάσει ο δίσκος, αν και έκανε θραύση ήδη στη Λήδρα… Τον αποθέωναν τότε τον Μαρκόπουλο… Η τελευταία του επιτυχία ήταν τα «Παραπονεμένα Λόγια», που βγήκαν το ʽ79. Εκεί κλείνει ένας κύκλος και αρχίζει άλλος, όπου είναι κλασσικότερος συνθέτης. Δεν είχε πια καμία επιτυχία μεγάλη. Τους έφαγε όλους ο Θεοδωράκης, ακόμα και τον Χατζιδάκι έφαγε, που ο Χατζιδάκις ήθελε να τον λένε κλασσικό συνθέτη και σνομπάριζε τα μη-κλασσικά τραγούδια του.

Πώς μπορεί ένας δημιουργός να σνομπάρει το έργο του;

Υποστήριζε ότι αυτά τα έκανε για να μπορεί να ζει άνετα, για βιοποριστικούς λόγους.

Συνεργαστήκατε με τους μεγαλύτερους συνθέτες: Μίκη Θεοδωράκη, Δήμο Μούτση, Γιάννη Μαρκόπουλο, Θάνο Μικρούτσικο, Γιάννη Σπανό αλλά και Χρήστο Νικολόπουλο. Ποιο ήταν το κλίμα της εποχής του ʽ70 και του ʽ80; Και ποια ήταν η θέση των στιχουργών εν συγκρίσει με τους συνθέτες;

Οι συνθέτες πουλούσαν περισσότερο ως ονόματα. Δηλαδή ένας δίσκος του Θεοδωράκη πουλούσε ως Θεοδωράκης. Ένας δίσκος του Χατζιδάκι ως Χατζιδάκις. Ο Χατζιδάκις δεν ήθελε να δώσει τη «δόξα» στον ερμηνευτή. Και για αυτό πάντοτε διάλεγε παιδιά όχι χωρίς προσωπικότητα, αλλά χωρίς μεγάλη επιφάνεια, νεότερους τραγουδιστές και τραγουδίστριες. Αυτό βοήθησε ώστε τα τραγούδια του να τα ακούς μόνος σου. Των άλλων τα τραγούδια είναι για να τα ακούς με παρέα. Δεν μπορώ αλλιώς να το εξηγήσω. Βεβαίως σε ορισμένες στιγμές του ο Χατζιδάκις χρησιμοποίησε και τη Μαρινέλλα και τον Καζαντζίδη, τον Μπιθικώτση, που ήταν τότε στα πολύ πάνω τους. Και δεύτερης κατηγορίας μεγάλους τραγουδιστές. Αλλά δεν ήταν αυτό που τον ενδιέφερε. Τον ενδιέφερε η μυσταγωγία περισσότερο, τον έχω δει να κάνει πρόβα σε μια μικρή ορχήστρα, το 1974 στο Πολύτροπο. Κυριολεκτικά η λέξη που μπορώ να πω είναι η μυσταγωγία. Ήταν πέρα του κόσμου ετούτου, μοναδικός.

Οι στιχουργοί, για να γυρίσουμε, φαίνονται σαν πρωταγωνιστές δεύτερης κατηγορίας. Πόσο δίκαιο είναι αυτό τελικά;

Πλέον είναι πίσω και οι συνθέτες. Είναι μπροστά οι τραγουδιστές, αλλά τώρα μπορεί να γίνει και μια αλλαγή. Όλα τα χρόνια ήταν οι συνθέτες, μετά εμφανίστηκαν ορισμένοι στιχουργοί. Τώρα, αυτό που κάνει ο Νταλάρας είναι ένα άνοιγμα προς τους στιχουργούς. Θα βγάλει τη σειρά «Άξιος Λόγου», όπου στο πρώτο CD έβγαλε τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, στο δεύτερο τον Άλκη Αλκαίο και στο τρίτο CD εμένα. Ο δίσκος θα λέγεται «Πάντα Κάτι Μένει» και έχει σπουδαίους ερμηνευτές, όπως ο Νταλάρας, ο Πασχαλίδης, ο Κούτρας, ο Μακεδόνας, η Κανά, η Τσαλιγοπούλου, ο Μάλαμας και ο Στόκας. Ξέρω ότι παράλληλα ετοιμάζονται τουλάχιστον δέκα δουλειές στη σειρά. Εκείνο που εγώ ελπίζω και πιστεύω είναι ότι θα βγούνε ορισμένα τραγούδια, έστω δέκα από τα τριακόσια, που θα μείνουν πραγματικά σπουδαία στην ιστορία της ελληνικής μουσικής. Το πιστεύω αυτό το πράγμα. Μιλάμε για νέες δουλειές πάντα; Ναι, τραγουδάει και ο ίδιος ο Νταλάρας κάποια που του αρέσουνε. Παίρνει και καινούργιους. Συνεργάστηκα πρώτη φορά με τον Δημήτρη Παπαδημητρίου, με τον Μάλαμα ένα τραγούδι που είχα γράψει πριν από χρόνια τους «Γέρους» –μου λέγανε τότε «τραγούδι τώρα για τους γέρους; Τι να το κάνεις τώρα ένα τραγούδι για γέρους…»– το έκανε και ρεμπέτικο και νομίζω ότι θα γίνει μεγάλη επιτυχία. Πότε θα κυκλοφορήσει; Πρέπει σε ένα μήνα.

Ο στιχουργός, αν είναι μόνο στιχουργός, την έχει λίγο πατήσει. Και εξηγώ. Πέρα από τα πνευματικά του δικαιώματα δεν έχει κάτι άλλο, δεν έχει ζωντανές εμφανίσεις. Μπορεί κάποιος να είναι αποκλειστικά στιχουργός;

Καλό είναι να έχει μια σίγουρη δουλειά. Και τη στιχουργική να την έχει ως πάρεργο, χόμπι. Μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού ήταν αυτοί που ζήσανε μόνο από τη στιχουργική. Εγώ γνωρίζω μόνο τον Πυθαγόρα. Αν τα βάλετε κάτω, θα δείτε ότι όλοι, από τους σπουδαιότερους μέχρι τους λιγότερο σπουδαίους, είχανε μια μόνιμη δουλειά.

Γράφετε όταν έχετε να πείτε κάτι ή και κατόπιν παραγγελίας;

Καμιά φορά γράφω και κατόπιν παραγγελιάς. Και έχω γράψει πέντε με έξι τραγούδια επάνω σε μελωδίες. Κατά σύμπτωση, το καλύτερό μου τραγούδι, η «Μαρκίζα», το έγραψα πάνω σε μελωδία. Προχτές δε, το άκουσα να το λέει εκπληκτικά ο Μακεδόνας στην Εστία της Ν. Σμύρνης που κάνανε μια γιορτή προς τιμή μου, σε μια αίθουσα ασφυκτικά γεμάτη από κόσμο. Και ακούστηκε «Η Μαρκίζα» και έγινε χαμός.

Έντεχνο λαϊκό τραγούδι, λαϊκό τραγούδι, σκυλάδικο, ελαφρολαϊκό, λαϊκοποπ. Τι σημαίνουν όλα αυτά;

Δεν σημαίνουν τίποτα όλα αυτά, αηδίες είναι. Ένα καλό τραγούδι είναι ένα καλό τραγούδι. Εγώ με την ίδια χαρά ακούω ένα ελαφρύ τραγούδι του Μεσοπολέμου και ένα σύγχρονο λαϊκό και ένα ροκ, αν είναι καλή μουσική. Να με αγγίζει. Θέλω να με αγγίζει η μουσική, να καταλάβω ότι αυτός ο άνθρωπος υπολογίζει τους ακροατές του. Ότι έχει ψυχούλα μέσα του, ότι θέλει να πει πέντε πράγματα. Πολλές φορές ανακαλύπτεις μέσα στους στίχους, σε ένα τραγούδι για παράδειγμα δώδεκα στίχων, ένα στίχο ο οποίος είναι ικανός να σε απογειώσει. Δεν μπορεί να είναι πάντοτε όλοι οι στίχοι του ιδίου μεγέθους.

Ποιος είναι ο αγαπημένος στίχος, που θα θέλατε να είχατε γράψει εσείς;

Όλοι, λόγω τιμής, όλοι.

Διανοούμενοι και σύγχρονος ελληνικός πολιτισμός. Ποια η ευθύνη τους και τελικά τι πρέπει να γίνει για να σώσουμε τη γλώσσα μας, την ιστορία μας, τον πολιτισμό μας;

Δεν μπορεί να ακουστεί κανένας διανοούμενος. Καταρχήν, μας έχουνε χεσμένους. Αλλά λίγο ενδιαφέρεται οποιαδήποτε εξουσία για οποιονδήποτε. Αυτά ενδιέφεραν μόνο τον Στάλιν στην άκρη της Ρωσίας, στο ποιος έγραφε εναντίον του. Και του απαντούσε και ο ίδιος μάλιστα. Είναι γνωστό ότι έγραφε και μουσικοκριτικές. Για τον Σοστακόβιτς έχει γράψει ο ίδιος, στην πρώτη σελίδα, «θόρυβος αντί για μουσική» (κάτι τέτοιο), όταν παίχτηκε μια συμφωνία του. Και βεβαίως, από κείνη την ημέρα του κόψανε και την καλημέρα, όλοι, εκτός από τους κοντινούς του φίλους. Ξέρανε ότι θα πάνε να τον συλλάβουνε, ότι έπεσε σε δυσμένεια και από στιγμή σε στιγμή θα τον βουτήξουνε και θα χαθεί για πάντα. Τελικά δεν χάθηκε.

Τελικά οι διανοούμενοι δεν έχουν καμία δύναμη;

Όχι, όχι, καμία. Και ο Ελύτης να ζούσε, που ήταν μια μεγάλη φυσιογνωμία, νομπελίστας, δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι, να βάλει τάξη σε τι;

Γίνεται το σκάνδαλο στο υπουργείο πολιτισμού, που μαθαίνουμε για όλα αυτά τα λεφτά που τρώγονται. Δεν είδαμε κάποια κίνηση από τους καλλιτέχνες, να βγουν και να πουν κάτι, που πάνε εν τέλει τα λεφτά...

Σωστά το θέτεις το θέμα. Οι καλλιτέχνες είχαμε μια συγκέντρωση στο Συνασπισμό και πήγα εκεί πέρα να δω τι γίνεται. Αυτό που κατάλαβα είναι ότι ο κάθε καλλιτέχνης προσπαθούσε να φέρει επί τάπητος το προσωπικό του δύσκολο πρόβλημα. Κάποιος έλεγε «γιατί να παίρνει ο τάδε θίασος εκατό και εγώ να παίρνω τριάντα;», ενώ δεν είναι αυτό το θέμα. Μπορεί και αυτό να είναι, βεβαίως, θέμα πολιτισμού. Δεν υπάρχει μια πολιτική με μεγάλο άνοιγμα, με μεγάλους ορίζοντες. Είναι μικροπολιτικά πάντοτε. Να σταματήσει ο τάδε να είναι εναντίον μας, δώσε του τόσα λεφτά να κλείσει το στόμα του, εντωμεταξύ έχει ανοίξει ο άλλος το στόμα του, δώσε του και αυτουνού μερικά να σταματήσει... Υπάρχει ένας Σύλλογος φίλων της όπερας, δώσε και εκεί, αλλά υπάρχει και ένας Σύλλογος φίλων της τραγιάσκας, δώσε και σε αυτούς χίλια ευρώ να έχουν να πληρώνουν το ενοίκιό τους. Και Σύλλογος φίλων των μαύρων παπουτσιών…

Οι καλλιτέχνες, λόγω της ιδιαίτερης ιδιοσυγκρασίας τους, μπορούν να συσπειρωθούν; Γιατί, συνδικαλιστικά ουσιαστικά δεν υπάρχουν…

Δεν υπάρχει το όραμα και η συλλογικότητα που να πιάνει πολύ κόσμο. Υπάρχει το προσωπικό τους πρόβλημα μόνο, αυτό θέλουνε να προωθήσουνε, τον εαυτό τους. Δεν θέλουν να προωθήσουν την υπόθεση. Που στην υπόθεση αυτή, τη γενική, είναι και αυτοί μέσα. Είτε είναι γλύπτες, είτε είναι ζωγράφοι, είτε ηθοποιοί, είτε λογοτέχνες. Οι λογοτέχνες έχουν άλυτα εκατό προβλήματα. Δεν λύνεται ούτε ένα. Αλλά οι λογοτέχνες είναι οι πιο σεμνοί. Βλέπω την απληστία από τη μια πλευρά, αλλά βλέπω και την αδικία που γίνεται, για παράδειγμα σε ορισμένους θιάσους. Υπάρχουν άνθρωποι που φτύνουν αίμα κυριολεκτικά στα θέατρα να παρουσιάσουνε πέντε πράγματα. Είναι η μόνη συλλογική δουλειά που χρειάζεται τη συνδρομή του κράτους. Ένας γλύπτης δουλεύει μονάχος του, ένας ζωγράφος το ίδιο. Παλαιότερα υπήρχε το εξής: το Υπουργείο αγόραζε μερικά βιβλία, μια μικρή συνδρομή, εκατό αντίτυπα για τον κάθε συγγραφέα που αγόραζε το υπουργείο, αυτό σταμάτησε πολλά χρόνια. Βέβαια, το κράτος μας είναι πτωχό. Τώρα, με αυτά που ακούγονται τελευταία, αρχίζεις και υποψιάζεσαι ότι είμαστε πολύ πλούσιοι… Διότι ακούμε ποσά που έχουν πάρα πολλά μηδενικά, τα οποία χρειάζεσαι κομπιουτεράκι για να τα μεταφέρεις στις δραχμές… να καταλάβεις το μέγεθος του ποσού. Εγώ ακόμα δεν έχω καταλάβει την έκταση τόσων χιλιάδων ευρώ. Ακόμα έχω μείνει στις δραχμές, έτσι κάνω τους λογαριασμούς μου.

Λέγεται ότι είστε μοναχικός άνθρωπος, αλλά πάλι ό,τι κάνετε αφορά τους πολλούς. Αντίφαση;

Για τους άλλους δουλεύω, βγάζω τα βιβλία μου, βγάζω τα τραγούδια μου. Έχω πολλούς φίλους, φίλες, έρχεται και στο σπίτι κόσμος, βγαίνω έξω, πηγαίνω σε εστιατόρια, άρχισα πάλι να πηγαίνω θέατρο, σε εκθέσεις ζωγραφικής, συναυλίες, όπου προλαβαίνω πηγαίνω.

Από τους νέους καλλιτέχνες ποιοι σας έχουν κάνει εντύπωση;

Αυτό που συζητούσαμε πριν από λίγες μέρες με τον Θοδωρή Γκόνη, ότι υπάρχουν καμιά εικοσαριά κοπέλες και άλλοι είκοσι άνδρες που νομίζω ότι είναι πάρα πολύ σημαντικοί στο ελληνικό θέατρο, που κάνουν θαύματα. Έχω δει μεγάλους ηθοποιούς στη ζωή μου, αλλά αυτοί ανήκανε σε μια εποχή που απαγγέλλανε, κάτι που θα το δεις και στους μικρούς ρόλους στην τηλεόραση από ηθοποιούς εβδομηντάρηδες. Οι σημερινοί μιλάνε ανθρώπινα, τη στιγμή που ο άλλος απαγγέλλει ποίημα για την 25η Μαρτίου.

Στη μουσική;

Ανακάλυψα ένα παιδί, αλλά με ένα τραγούδι, δεν μπορώ να σου πω κάτι γενικό. Είναι 19 χρονών και λέγεται Νικόλας Κουμπιός, μου έκανε ένα τραγούδι το οποίο και θεωρώ αριστούργημα. Είναι γιος ενός παλαιότερου συνθέτη, του Μιχάλη Κουμπιού. Και ένας άλλος, ο Σιόλας, που είχε βγει πρώτος στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, που έχει κάνει επίσης ένα πάρα πολύ ωραίο τραγούδι και θα το πει ο Νταλάρας με το Σιόλα μαζί. Βεβαίως, υπάρχουν και μεγάλες μορφές, υπάρχει ο Κραουνάκης, που μπορεί να κάνει πράγματα, από επιθεώρηση μέχρι τραγωδία, ό,τι θέλει. Υπάρχει ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, που επίσης μπορεί να κάνει ωραία πράγματα• ο Τσακνής. Οι παλαιότεροι από αυτούς δεν μπορούν να ξαναδουλέψουν. Πιθανότερα από αυτούς, από τους εβδομηντάρηδες, μόνο ο Σπανός και ο Χατζηνάσιος μπορεί να κάνουνε μελωδία ακόμα.

Ο Πλέσσας;

Δεν ξέρω. Ο Πλέσσας είναι ο άνθρωπος που έχει μεγάλη ανάσα στη μουσική• αν έχει καλούς στίχους, μπορεί να κάνει ωραία πράγματα.

Αν και το έχει ξαναγυρίσει στη τζαζ…

Ναι, επανέρχεται από εκεί που ξεκίνησε.

«Τον έπνιξαν, τον βρώμισαν των άλλων τα σκουπίδια. Δεν υπολόγισε, δεν είδε τις αιρέσεις. Πώς λέει κάποιος: "Με τα ψεύδη και με τα στολίδια ακόμη και να γκρεμιστείς, αρκεί νʼ αρέσεις"». Συλλογή «Το Νεκρό Καφενείο», με το ποίημα «Παράπονα Γέρου Ερημικού Ποιητή» (1988). Τι θέλει να πει ο ποιητής;

Πού το ανακάλυψες αυτό; Ξέρω εγώ; Την τύφλα του. Όπως θα έλεγε και ο Γκάτσος, τι να σημαίνει αυτό άραγε;

Από τη «Μαρκίζα» και «Τα Παραπονεμένα Λόγια» στο «Έχω Πρόβλημα Υγείας». Πώς προέκυψε αυτή η περίεργη συνεργασία;

Ο Ψινάκης μου ζήτησε δυο-τρία τραγούδια για τον Μαρτάκη και του έδωσα δυο-τρία τραγούδια. Το ένα του άρεσε πάρα πολύ και αποφάσισε να το πει ο ίδιος. Και το έδωσε σε ένα συνθέτη και το είπε.

Σας αρέσει αυτό που βγήκε;

Εγώ δεν ασχολήθηκα ποτέ με το μου αρέσει ή δεν μου αρέσει. Σπάνια, πάρα πολύ σπάνια, όσο και αν σου φαίνεται περίεργο. Η περσόνα που έχει ο Ψινάκης δεν είναι αυτό που φαίνεται στην τηλεόραση. Στον ιδιωτικό του βίο είναι τελείως διαφορετικός. Είναι ένας πάρα πολύ έξυπνος άνθρωπος, ξέρει και σέβεται ορισμένους ανθρώπους. Αυτούς που πρέπει να σέβεται τους σέβεται, είναι πάρα πολύ φιλόξενος, πολύ γαλαντόμος, αξιοπρεπής εκεί που θέλει. Λέει αστεία την ώρα που πρέπει, ξέρει πού να σταθεί και πού να αρχίσει να λέει αστεία.

Ότι είναι ένας μπον βιβέρ, είναι αδιαμφισβήτητο. Απλώς το δικό του ύφος μουσικά δεν έχει σχέση με το δικό σας… Αυτός κινείται στην ποπ κουλτούρα…

Θα ήταν ενδιαφέρον να ασχοληθώ μόνο με ποπ. Ας πούμε, να κάνω τραγούδια για τους ποπίστες. Θα ήταν ενδιαφέρον να ασχοληθώ με νέα παιδιά, να γράψω ένα-δυο τραγούδια, ας πούμε για τον Νίνο.

Θα το κάνατε αυτό;

Κοίταξε να δεις, αν είναι καλοί οι στίχοι, δεν έχω να φοβηθώ τίποτα. Αν είναι μάπα, θα με πάρουν με τις πέτρες. Αλλά αν είναι καλοί οι στίχοι, θα λένε όλοι «καλοί οι στίχοι, αλλά δυστυχώς το τραγούδι είναι μάπα». Εγώ θα είμαι πάλι από έξω. Πάλι θα την έχω γλιτώσει.

Την ελληνική μουσική σε δέκα χρόνια, πώς τη βλέπετε;

Κανείς δεν ξέρει. Αύριο το πρωί μπορεί να εμφανιστεί ένα ταλέντο που είναι κρυμμένο. Και να κάνει θαύματα. Δεν τα ξέρεις αυτά τα πράγματα.

Φοβάστε πιο πολύ το μέλλον ή το παρελθόν;

Το παρελθόν μας κρύβει τα αποτρόπαια. Ανακαλύπτω πράγματα τρελά. Λύνω πολλά άλλα. Το παρελθόν το βλέπω στον δημόσιο βίο αλλά και στον ιδιωτικό σαν ένα σταυρόλεξο που δεν το έχω λύσει ολόκληρο. Μένουν οι λέξεις και ύστερα από δέκα, είκοσι, τριάντα χρόνια λέω αυτή είναι η λέξη που χρειαζότανε. Κι όταν τη γράψω, βλέπω ότι δεν είναι καθόλου ευχάριστη. Μου θυμίζει πράγματα που δεν έπρεπε να έχουνε γίνει. Πράγματα που με γονάτισαν κάποτε και ως πολίτη και ως προσωπικότητα. Τα σπάνια πράγματα έρχονται από το παρελθόν. Κάτι σπάνιο, κάτι μοναδικό, κάτι κυρίως ξαφνικό, που σου λύνει τα πόδια. Οι λύσεις έρχονται πάντα μετά από πολλά χρόνια, χωρίς να σημαίνει ότι σου λύνονται τα προβλήματα. Βλέπεις τι θα μπορούσες να είχες κάνει και δεν έκανες, ή κάποιο άνοιγμα που σου έδινε ο τάδε άνθρωπος ή η τάδε γνωριμία, μια πόρτα που άνοιξε για σένα, μόνο για σένα, και ξαφνικά της έδωσες μια και την έκλεισες ή την αγνόησες. Και αυτή την πόρτα ήταν να την περάσεις μόνο εσύ. Δεν είχε κανένας άλλος πρόσβαση, δικαίωμα, κυρίως, ήταν άγνωστη, ήταν αόρατη η πόρτα, αυτή η πόρτα που άνοιξε μόνο για σένα. Έχω βρει δυο-τρεις τέτοιες περιπτώσεις στη ζωή μου, που τις πέταξα.

Δεν τα πήγατε και άσχημα στη ζωή σας…

Μου κάνει εντύπωση, ένας μεγάλος φιλόσοφος, ο οποίος πέρασε μια τραγική ζωή, με πολύ πόνο, όταν έφτανε πια προς το τέλος του και πέθανε νέος, εξήντα τόσο χρόνων, ο Βιτγκεστάιν, που όμως έλεγε ότι «πέρασα μια εξαίσια ζωή».


Είναι λίγο πριν τις 21:00, η συνέντευξη τελείωσε και η φωτογράφος φούλαρε την κάμερα με την τραγιάσκα και το γεμάτο βλέμμα. Μεταφερόμαστε στο γραφείο με τα εκατοντάδες βιβλία και ακούμε το πολύ ωραίο ρεμπέτικο του Μάλαμα. Χαζεύουμε τις φωτογραφίες του 1860-1940 και εν συνεχεία παρατηρούμε τη συλλογή του από τα μελανοδοχεία. Γλυκός, ζεστός, με πολύ χιούμορ και ανθρώπινος μας αποχαιρέτησε για να αποσυρθεί στον μαγικό του κόσμο. Χρόνια πολλά, καλά και δημιουργικά κ. Ελευθερίου.