Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

Ο Μίκης Θεοδωράκης για τον Μανόλη Αναγνωστάκη



Με αφορμή το αφιέρωμα της Λαϊκής Ορχήστρας «Μίκης Θεοδωράκης» στον Μανόλη Αναγνωστάκη, ο Μίκης Θεοδωράκης γράφει:

Με τον Μανόλη Αναγνωστάκη γνωριστήκαμε την εποχή που κυκλοφορούσε το λογοτεχνικό περιοδικό «Κριτική». Ήμουν τότε στο Παρίσι και μου έγραψε προτείνοντάς μου να του στείλω άρθρα μου για δημοσίευση. Θυμάμαι ότι τελικά δημοσιεύθηκαν δύο άρθρα μου στο περιοδικό αυτό. Όμως με την αλληλογραφία που χρειάστηκε να ανταλλάξουμε, γνωριστήκαμε αρκετά, αν και από μακριά. Αργότερα συναντηθήκαμε. Θυμάμαι ότι στις αρχές του εξήντα, όταν καθιέρωσα τις λαϊκές συναυλίες, προσπαθούσα παράλληλα να περάσω στον κόσμο και την συμφωνική μουσική. Γι’ αυτό έκανα πάντα δύο συναυλίες, στην πρώτη παρουσίαζα κομμάτια από συμφωνικά έργα και μιλούσα γι’ αυτά, γινόταν δηλαδή ένα είδος διάλεξης και στη δεύτερη τα λαϊκά. Όταν πήγαμε στην Θεσσαλονίκη, ο Μανόλης είχε αναλάβει την διοργάνωση της πρώτης βραδιάς, με τα συμφωνικά. Δούλεψε πολύ γι’ αυτή τη βραδιά, είχε μεγάλο ενθουσιασμό. Τελικά οι προσκλήσεις που έστειλε σε γνωστούς και φίλους βρέθηκαν σκισμένες και η βραδιά ξεκίνησε με πολύ λίγο κόσμο. Φαίνεται όμως ότι από στόμα σε στόμα διαδόθηκε το νέο και πολύ πριν τελειώσουμε, το θέατρο είχε γεμίσει.

Η ποίησή του μου άρεσε πάντα. Ήταν μελαγχολική στην πρώτη ανάγνωση, όμως έκρυβε μεγάλη δύναμη. Στα προδικτατορικά χρόνια ήμουν σε άλλο κλίμα και δεν έτυχε να γράψω μουσική πάνω σε ποιήματά του. Τον καιρό της εξορίας στη Ζάτουνα, μελοποίησα δύο μεγάλα ποιήματά του, το «Μιλώ» και τον «Χάρη» που αποτέλεσαν τον κύκλο «Αρκαδία VIII». Ήταν η καινούρια φόρμα πάνω στην οποία δούλευα τότε, το Τραγούδι-Ποταμός. Αργότερα, γύρω στα 1972, μου έστειλε ένα νέο κύκλο ποιημάτων, την «Λερναία Ύδρα», που απ’ ό,τι σημείωνε στο γράμμα του, τον έγραψε για μένα. Ήταν υπογραμμισμένος ο στίχος «Κι ίσως κανείς δεν σε προσμένει να γυρίσεις…» και δίπλα στο ποίημα η σημείωση «σε αφορούν». Το είχε καταλάβει και ήθελε να μου το πει, ότι γυρνώντας στην Ελλάδα μετά τη δικτατορία, όλα θα είχαν αλλάξει και τίποτα δεν θα ήταν όπως πριν τη χούντα. Έγραψα τη μουσική για τα ποιήματα αυτά, που αργότερα κυκλοφόρησαν σε δίσκο με τον τίτλο «Μπαλάντες».

Μετά τη δικτατορία μου έστειλε ακόμα μερικά ποιήματα που μπήκαν στον δίσκο «Της εξορίας». Ήταν σεμνός, έντιμος και πραγματικός αγωνιστής, που πάντα με τιμούσε η φιλία του και η συνεργασία μαζί του.

Μίκης Θεοδωράκης
Αθήνα,  9.12.2013

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

Σμυρναίικα και "σμυρναίικα"





...μπορείς!! "Από τη Σμύρνη είμαι εγώ", και φαίνεται ότι ο Ανδρέας Λάμπρου και η Πέγκυ Ζήνα ανακάλυψαν την Αμερική. Μπράβο, πολύ πρωτότυπο! Πωπω, δεν έχω ξανακούσει ποτέ αυτή τη μελωδία, ούτε αυτό το ρυθμό. Ποτέ! "Από τη Σμύρνη είμαι εγώ". Ναι, κι εγώ από τη Σμύρνη είμαι κυρία μου, αλλά δεν την πουλάω με το μέτρο σαν να ήτανε μπουγάτσα, κάνοντας κιμά το μουσικό αισθητήριο του κόσμου.






Πάμε και στην ορίτζιναλ πηγή έμπνευσης της εισαγωγής του τραγουδιού, αν και μέχρι τώρα θα το έχετε ήδη βρει φαντάζομαι. Ευκολάκι σας έχω σήμερα. "Από ξένο τόπο", κι απ' αλαργινό. Εδώ το ακούμε με τη φωνή της Αρετής Κετιμέ, που όλως τυχαίως παίζει σαντούρι στο τραγούδι της Ζήνα που μόλις ακούσατε πιο πάνω. Γλυκιά μου Αρετούλα, πώς καταδέχτηκες να βάλεις το όνομά σου σ' αυτό το προϊόν; Πάμε μαέστρο, να ακούσουμε τ' αθάνατα τραγούδια, κι άσε τους άλλους στις πίστες της Πειραιώς να ακούνε "σμυρναίικα".
ηρ.οικ.

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

Σκασμός μιλάει ο υπουργός





Αγριεύουν τα πράγματα, και προφανώς πληθαίνουν και τα γραμμάτια που πρέπει να πληρωθούν! Ο Σταύρος Θεοδωράκης έκρινε ότι ο κοινωνικός του ρόλος ικανοποιείται καλύτερα φιλοξενώντας τη σκέψη του υφυπουργού που έκλεισε την ΕΡΤ. Ναι, καλά διαβάσατε, το "εναλλακτικό" Protagon δημοσιεύει την κυβερνητική προπαγάνδα του Παντελή Καψή. "Ιστορίες για να σκεφτόμαστε διαφορετικά", και πράσινα (ή μάλλον, πρασινο-μπλε) άλογα! Τι να ευχηθώ για το 2014 στα καθεστωτικά άλογα κούρσας με το βαθυστόχαστο, διανοούμενο ύφος; Μα φυσικά, και εις ανώτερα!

Πώς το γράφει ο Λειβαδίτης; "Σκασμός, σκασμός λοιπόν, μιλάει ο υπουργός". Κυριολεκτικά. Φιλοξενούμενος του μεγάλου επαναστάτη:

Και μια παλαιότερη αγιογραφία του υπουργού μας - τότε κυβερνητικού εκπροσώπου - που δεν έχει "τίποτα το επιτηδευμένο στο ύφος του". Παλιό αλλά καλό, με τη γοητεία του κλασικού:

ηρ.οικ.

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

Ο Πάνος Τζαβέλλας πέρα από τ' αντάρτικα






Ο Πάνος Τζαβέλλας πέρα από τ’ αντάρτικα


του Ηρακλή Οικονόμου
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ)

Στη συνείδηση του κόσμου, το όνομα του Πάνου Τζαβέλλα είναι συνδεδεμένο αποκλειστικά με την αναβίωση του αντάρτικου τραγουδιού κατά τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Και όχι άδικα· ο ίδιος υπήρξε πυρήνας ανάδειξης του τραγουδιού της κατοχής και της αντίστασης, τόσο μέσω των ζωντανών του εμφανίσεων στις μπουάτ όσο και δισκογραφικά. Μετά την πτώση της Χούντας και τον ιστορική ζωντανή ηχογράφηση «από το αντάρτικο λημέρι του» ακολουθεί μία σειρά τεσσάρων δίσκων που περιλαμβάνουν αποκλειστικά επανεκτελέσεις αντάρτικων τραγουδιών: «Για σε πατρίδα μας Ελλάδα» (1978), «Τα τραγούδια της Κατοχής» (1980), «Μωραΐτικα τραγούδια της Αντίστασης» (1981), «Στ’ άρματα» (1986).

Πάντως, η εξίσωση Τζαβέλλα και αντάρτικου είχε ιστορικά ένα σημαντικό τίμημα: την περιθωριοποίηση του δικού του έργου πέραν των αντάρτικων, το οποίο κρύβει εκπλήξεις και σημαντικές στιγμές. Αυτή είναι η μοίρα κάθε μεγάλης επιτυχίας: να μετατρέπεται σε σήμα κατατεθέν και να επεκτείνεται συνεχώς εις βάρος του υπόλοιπου έργου, της δημόσιας εικόνας και της ιστορικής μνήμης ενός δημιουργού. Στην περίπτωση του Τζαβέλλα, ενώ η επιτυχία αυτή ανέδειξε ένα αγωνιστικό προφίλ και μία πρόσκαιρη σύνδεση με τον παλμό της εποχής του, περιόρισε σε βάθος χρόνο τη διάδραση του κόσμου με το υπόλοιπο σώμα της δουλειάς του.



(Πάνος Τζαβέλλας - Γιώργος Νταλάρας. Φώτο: αρχείο Νατάσσας Παπαδοπούλου)



Είναι αξιοσημείωτο ότι στην πρώτη δισκογραφική εργασία του, ένα 45άρι της Minos από το 1974, δεν καταγράφονται αντιστασιακά, παρά δύο θαυμάσια λαϊκά τραγούδια με τη φωνή του Γιώργου Νταλάρα: «Πάρε με φεγγάρι μου» και «Ροδακινιά ξανθή». Δεν είναι τυχαίο ότι το πρώτο τραγούδι έχει συμπεριληφθεί σε πάμπολλες συλλογές «αδέσποτων» τραγουδιών του γνωστού έλληνα ερμηνευτή· πρόκειται για ένα αργό, βασανιστικό ζεϊμπέκικο, απ’ αυτά που σπάνια πλέον γράφονται και ακούγονται στα ραδιόφωνα. Το σπάραγμα της απώλειας και της ήττας συνδυάζεται με την προσμονή: «ν’ αναστηθούν τα όνειρά μας / να ξαναγίνουμε παιδιά / ξανά να σεργιανίσουμε / σε κάμπους σε βουνά». Σημειώστε ότι τα τραγούδια γράφτηκαν όταν ο Τζαβέλλας ήταν στη φυλακή, ενώ βεβαίως πέρασαν κι από την απαραίτητη χουντική λογοκρισία…


Τραγούδια από το αντάρτικο λημέρι του (1975)
Η ζωντανή ηχογράφηση του ’75 από τη μπουάτ Λήδρα, περιλαμβάνει «ό,τι τραγουδούσε ο λαός μας πριν, κατά και μετά την Αντίσταση» αλλά και τρεις νεότερες και εξαιρετικά γνωστές δημιουργίες του Τζαβέλλα: «Κυρ-Παντελής», «Ξυπνήστε», «Μάημ’ μάημ». Ο «Κυρ-Παντελής» μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, ενώ οι Magic de Spell παρουσίασαν μία ροκ διασκευή του τραγουδιού το 2009 στο δίσκο «ΟΚ πατέρα». Οι στίχοι του είναι ένα ανηλεές σφυροκόπημα του μικροαστικού ατομισμού, της πολιτικής απάθειας και της καταναλωτικής ιδεολογίας: «Έντιμε άνθρωπε κυρ Παντελή / έχεις και σύζυγο, κόρη, παιδί / μοντέρνα έπιπλα, έγχρωμη TV / τρως τροφή πνευματική / Μακριά από κόμματα μην βρεις μπελά / ‘Πατρίς, θρησκεία και φαμελιά’». Και στο «Ξυπνήστε» παρατίθεται μία απολύτως διαχρονική κριτική της εγχώριας διαφθοράς και της εξάρτησης από ξένες δυνάμεις: «Κι άλλοι με ιδρώτα το ψωμί / κι άλλοι πουλάν μισοτιμής / πατρίδα λευτεριά τιμή / αρκεί να πιάσουν την καλή / να γίνουν υπουργοί». Τέλος, στο «Μάημ’ μάημ’», τραγούδι με απρόσμενες εναλλαγές στο τέμπο, ακούμε μία παθιασμένη ερμηνεία της Χαρούλας Αλεξίου. Σημειώστε ότι αυτή είναι η πρώτη ζωντανή ηχογράφηση στη δισκογραφία της μεγάλης ερμηνεύτριας, ενώ την ίδια χρονιά κυκλοφορεί ο πρώτος της προσωπικός δίσκος («12 λαϊκά τραγούδια»).






Πορεία μες στη νύχτα (1977)
«Ο Φώτης Αγγουλές ήταν παιδί της θύελλας και του ονείρου. Γεννήθηκε στο Τσεσμέ της Μ. Ασίας. Ήρθε στην Ελλάδα 11 χρονών και εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Χίο. Πέρασε δύσκολα χρόνια. Σχολείο δεν πήγε. Γράμματα έμαθε μες στην πικρή ζωή. Ήταν γεννημένος ποιητής· αυτοδίδακτος και αυτοδημιούργητος. Από μικρός προσχώρησε στο εργατικό κίνημα και η μοίρα του ήταν όμοια με τη μοίρα της πρωτοπορίας του αγώνα. Διώξεις, κατατρεγμοί, στρατοδικεία. Γλίτωσε την εκτέλεση χάρη στη συμπαράσταση του χιώτικου λαού. Πέρασε όλες τις δοκιμασίες ορθός. Σύρθηκε μαζί μας από κάτεργα σε κάτεργα. Βγήκε βαριά άρρωστος και πέθανε πάνω στο καράβι της γραμμής Χίος-Πειραιάς. Στις τσέπες του βρέθηκαν 17 φράγκα. Έφυγε πικραμένος και αγνοημένος. Κοντά δεκατρία χρόνια κάτω από το χώμα περιμένει τη δικαίωσή του. Θεωρούμε χρέος μας ιερό ν’ αναστήσουμε - μαζί με το αντάρτικο τραγούδι - τον αγωνιστή-ποιητή που τα ’δωσε όλα για την Ελλάδα και τον άνθρωπο».

Αυτά γράφει για τον ποιητή Φώτη Αγγουλέ ο Τζαβέλλας, τον οποίο μελοποιεί το 1977 στο δίσκο «Πορεία μες στη νύχτα». Ο δίσκος είναι ένας αρτιότατος κύκλος τραγουδιών - κυρίως μπαλάντες - με εμβόλιμες απαγγελίες. Ξεχωρίζει το «Στίγμα» σε ερμηνεία της Νατάσσας Παπαδοπούλου: «Ποιος σ` έβλαψε τόσο μακριά; Ποιόν ξέρεις; Ποιος σε ξέρει; /  Εδώ που χρόνια εμόχθησε  το εργατικό το χέρι». Ενορχηστρωτικά, τον τόνο δίνει η φυσαρμόνικα του μεγάλου έλληνα σολίστα Μάνου Αβαράκη, παράγοντας μία λιτή και άκρως «ακουστική» ατμόσφαιρα, με εξαίρεση κάποια εμβατηριακής υφής τραγούδια όπως το γνωστό «Μην καρτεράτε». Σημειώστε ότι εκτός από τον Τζαβέλλα, μεμονωμένα ποιήματα του Αγγουλέ έχουν μελοποιηθεί από τον Παντελή Θαλασσινό, τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Γιάννη Μαρκόπουλο, τον Θωμά Μπακαλάκο, τον Πάρη Περυσινάκη, τον Μιχάλη Τερζή, ως και το ροκ συγκρότημα Ωχρά Σπειροχαίτη.






Λευτεριά Παντάνασα (1981)
Η «Λευτεριά Παντάνασα» εκδίδεται στο μεταίχμιο δύο εποχών. Αφενός, μιας εποχής αγωνιστικών αναζητήσεων και αναβρασμού· αφετέρου, μιας εποχής θριάμβου της μικροαστικής ιδεολογίας και ενσωμάτωσης μεγάλων μερίδων της κοινωνίας στο κόμμα-κράτος. Μία κάποια σύγχυση είναι ευνόητη στο δημιουργό, όντας ο ίδιος μάρτυρας των τότε μεταβολών και της μετάλλαξης των κοινωνικών υποκειμένων που τον είχαν μέχρι τότε στηρίξει. Ακούγοντας το δίσκο σήμερα, καθίστανται εμφανή τα σημάδια του χρόνου, τόσο στην προσπάθεια επαναφοράς της αντάρτικης θεματολογίας εκ των υστέρων, όσο και σε κάποιες ερμηνευτικές υπερβολές του Τζαβέλλα. Συνθετικά, επιλέγονται πρωτίστως φόρμες δημοτικού τραγουδιού, ενώ στιχουργικά τα δώδεκα τραγούδια του δίσκου υπογράφονται από τον Πέτρο Ανταίο και τον Στέφανο Τηλικίδη.

Και των δύο αυτών οι ζωές μοιράστηκαν ανάμεσα στον πολιτικό αγώνα και τη λογοτεχνία. Ο Ανταίος (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Σταύρου Γιαννακόπουλου) υπήρξε ένας εκ των ιδρυτών της ΕΠΟΝ και συνεργάτης του Άρη Βελουχιώτη. Έζησε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του στη Σοβιετική Ένωση ως πολιτικός πρόσφυγας. Έφυγε το 2002, έχοντας εκδώσει έργα ποίησης και πεζογραφίας, καθώς και μεταφράσεις ρώσων λογοτεχνών. Ο Τηλικίδης οργανώθηκε επίσης στο ΕΑΜ και μετά τη λήξη του Εμφυλίου έζησε στη Θεσσαλονίκη μέχρι το θάνατό του το 1995. Εξέδωσε διηγήματα και ποίηση με σαφείς πολιτικές φορτίσεις και με άξονα τα αντιστασιακά του βιώματα και την εξύμνηση του ιδανικού της ειρήνης.






Θρήνοι κι αναστάσιμα (1983)
Το 1983 εκδίδονται οι «Θρήνοι και αναστάσιμα», ένας ατόφια λαϊκός και άδικα λησμονημένος δίσκος σε στίχους-μουσική του Τζαβέλλα, με τη φωνή της Καίτη Γκρέυ. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι το συγκεκριμένο έργο συγκαταλέγεται ανάμεσα στις κορυφαίες εκφάνσεις της λαϊκής μούσας της δεκαετίας του ’80. Γνωστότερο τραγούδι του δίσκου είναι το «Της φωτιάς ο γιος»: «Εγώ είμαι της φωτιάς ο γιος / παιδί της καταιγίδας / σκαρφάλωσα στους ουρανούς / να κλέψω απ άγιους και θεούς / το φως της ηλιαχτίδας». Πλάι του στέκουν επάξια συνταρακτικές δημιουργίες όπως «Της φυλακής το γλέντι», «Θρήνος για τον Μανώλη Σιγανό» και «Στον ίσκιο του θανάτου». Βασικά χαρακτηριστικά του δίσκου είναι οι εμπνευσμένες, στιβαρές μελωδικές γραμμές, μαζί με μερικές από τις πειστικότερες στιγμές της στιχουργικής του Τζαβέλλα. Η Γκρέυ αντισταθμίζει με πάθος και εκφραστικότητα την κάποια φυσιολογική κόπωση της φωνής μέσα στο χρόνο, ενώ το μπουζούκι του Χρήστου Νικολόπουλου κεντάει για άλλη μια φορά. Με άλλα λόγια, ένας δίσκος - must για κάθε φίλο του λαϊκού τραγουδιού.






Επαναστατικός ρομαντισμός (1986)
Στον τελευταίο δίσκο του Τζαβέλλα παρουσιάζονται τραγούδια μιας πιο σύγχρονης θεματολογίας, αστικές ιστορίες που συμβαίνουν στην «Αθήνα του νέφους, του άγχους και της αντιπαροχής» με τον «Γιώργο από του Αναπλιού τα μέρη», «δυο κοπελίτσες από τον Πειραιά» και την «Ιωάννα των αγγέλων από την Καλλιθέα». Ιδιαίτερη θέση στην εργογραφία του Τζαβέλλα έχει και το τραγούδι «Ειρήνη» που παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1984, ενώ δεν λείπει και ένα αντίδωρο για τον «Ορτέγκα Κομαντάντε», τον ηγέτη της επανάστασης των Σαντινίστας στη Νικαράγουα. Οι επαναστατικές μνήμες επικυρώνονται με το «Κόκκινο τρένο», που πρωτακούστηκε το 1982 στην ομώνυμη ταινία γύρω από τον ελληνικό εμφύλιο.

Συμπερασματικά, το έργο του Τζαβέλλα κρύβει ανεξερεύνητες περιοχές που μας πάνε πολύ πέρα από τον «αντάρτη» ερμηνευτή κάποιων παλαιών τραγουδιών της αντίστασης. Πέρα από τ’ αντάρτικα, ο Τζαβέλλας υπήρξε συνθέτης και στιχουργός κάποιων πραγματικά σημαντικών τραγουδιών που κινούνται σε ένα ευρύ μορφολογικό φάσμα, από τη μπαλάντα μέχρι το λαϊκό. Δίσκοι όπως η «Πορεία μες στη νύχτα» και οι «Θρήνοι κι Αναστάσιμα» αξίζουν σίγουρα μιας δεύτερης ζωής και ακρόασης, ώστε να ανακαλύψουμε την «άλλη» πλευρά ενός άξιου τραγουδοποιού.

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

Ο Δημήτρης Γιώτης στην Πάολα

Ακολουθούν δύο δελτία τύπου που λάβαμε στο inbox των Μ.Π. το φθινόπωρο του 2013. Ανάσα ζωής και καλλιτεχνίας, που έφτασε επιτέλους η στιγμή να μοιραστώ μαζί σας (εννοείται ότι δεν έχω πειράξει ούτε κόμμα από τα κείμενα). Έτσι, για να μην χάνουμε επαφή με την πραγματικότητα, για να μην ξεχνάμε πού ζούμε, και προπαντός για να μην έχουμε αυταπάτες για την κοινωνία και την εποχή που μας έλαχε. Κάπου το λέει ωραία ο Καζαντζάκης, για το καράβι με τους έλληνες επιβάτες του και πόσο πολύ θα ήθελε να το πάρει ο θεός, να το βουτήξει στη θάλασσα και να το βγάλει πάλι καθάριο στην επιφάνεια, αλλά δεν θυμάμαι πού. Το γεγονός ότι υπάρχουν (πολλοί!) νέοι άνθρωποι που ακούν με ευχαρίστηση Παντελίδη, Πάολα, Σφακιανάκη και Γιώτη θα έπρεπε να είναι ικανός λόγος πυρηνικού βομβαρδισμού όλης της χώρας (ή μαζικής αυτοκτονίας των πολιτών της, να γλιτώσει τουλάχιστον η λοιπή συμπαθής πανίδα που σε τίποτα δεν μας φταίει για το κατάντημά μας).

Και βέβαια, οι ανανήψαντες δημοσιογράφοι που έφαγαν τούβλο στο κεφάλι και προσπαθούν εδώ και κάμποσο καιρό να μας πείσουν ότι πρέπει να τα ακούμε όλα χωρίς φραγμούς και στεγανά, ότι ο Σφακιανάκης είναι ο μεγαλύτερος λαϊκός τραγουδιστής μετά τον Μητροπάνο, κι ότι η κάθε πλατινέ γυναικάρα με ζαρτιέρες και δωδεκάποντα είναι άξια συνεχίστρια της Μπέλλου και της Μοσχολιού θα πρέπει να τιμωρηθούν με ποινή ισόβιας και συνεχούς ακρόασης των ηλιθιοτήτων που προωθούν! Με ακουστικά, ώστε να μην χάνουν ούτε νότα, ούτε συλλαβή! Γιατί ο κάθε Παντελίδης και η κάθε Πάολα έχουν μια δικαιολογία, ότι αυτό ξέρουν, αυτό έμαθαν, κι αυτό κάνουν. Οι άλλοι όμως, οι opinion leaders της ποιότητας που ανακάλυψαν τώρα στα γεράματα το δικαίωμα του λαού να ακούει ό,τι θέλει (τα ΠΑΣΟΚικά κατάλοιπα της "Αλλαγής" δύσκολα φεύγουν) ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΚΑΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΑ. Το να παράγεις σκουπίδια είναι σφάλμα, το να τα νομιμοποιείς είναι έγκλημα. Καλή χρονιά, και καλή απόλαυση!
ηρ.οικ.









Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΙΩΤΗΣ ΣΤΗΝ ΠΑΟΛΑ !!!

Ο Δημήτρης Γιώτης μπήκε μέσα στο καμαρίνι της και της είπε για πρώτη φορά που την γνώρισε τα εξής: " Xαίρομαι που σε γνωρίζω. Θέλω να σου πω ένα μεγάλο ευχαριστώ που λές το κομμάτι μου στο πρόγραμμά σου και είναι τιμή μου. Σκίζεις και σου αξίζει αυτό που βιώνεις" είπε ο Δημήτρης Γιώτης που έκανε μεγάλο χαμό με το κομμάτι "Ε ναι το έχω". Η Πάολα αμέσως αφού τον αγκάλιασε και τον φίλησε του είπε: " Μη το ξαναπείς αυτό. Κάνεις επιτυχία και από την στιγμή που ο κόσμος σ’ αγαπάει πρέπει να σε τιμήσουμε. Είσαι πολύ καλό παιδί και εξαιρετικός συνάδελφος". Λόγια όμορφα και στήριξης σε μια περίοδο που μόνο μαχαιρώματα ακούς και βιώνεις στην νυχτερινή ζωή.






Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΙΩΤΗΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΕΙ ΔΗΜΟΣΙΑ ΤΗΝ ΠΑΟΛΑ

Η ΔΗΜΟΦΙΛΗΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΔΑ ΕΧΕΙ ΕΝΤΑΞΕΙ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΙΩΤΗ ΓΙΩΤΗ "Ε ΝΑΙ, ΤΟ ΕΧΩ" ΣΤΟ ΒΑΣΙΚΟ ΤΗΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΚΑΙ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΗΝ ΕΥΧΑΡΙΣΤΕΙ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΤΟΥ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "ΧΑΙ".

ΕΠΙΣΗΣ ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ, ΘΕΩΡΕΙ ΤΟΝ ΠΑΝΤΕΛΗ ΠΑΝΤΕΛΙΔΗ ΑΞΙΟ ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΤΥΧΕΡΟ ΠΟΥ ΤΟΝ ΣΤΗΡΙΖΕΙ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΓΑΠΑΕΙ ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΓΙ ΑΥΤΟ ΚΑΙ ΑΛΛΩΣΤΕ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΕΧΕΙ ΕΝΤΑΞΕΙ ΑΡΚΕΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΝΤΕΛΗ ΠΟΥ ΤΑ ΖΗΤΑΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΣΤΟ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΜΑΓΑΖΙ ΠΟΥ ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΙΩΤΗΣ (ΣΥΓΓΡΟΥ LIVE), ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΕ Ο ΓΝΩΣΤΟΣ ΡΑΠΕΡ "TUS" ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΟΝ ΑΝΕΒΑΣΕ ΣΤΗΝ ΠΙΣΤΑ ΔΙΝΩΝΤΑΣ ΤΟΥ ΤΟ ΜΙΚΡΟΦΩΝΟ ΚΑΙ ΞΕΣΗΚΩΣΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΜΕ ΤΙΣ ΕΥΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΑΤΑΚΕΣ ΤΟΥ.

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

Συνέντευξη με τον Manfred Eicher



(Manfred Eicher - φωτο: Daniel Vass / ECM Records)



Ο Manfred Eicher για την Ελένη Καραΐνδρου:

"Συγκινούμαι πολύ από τη μελαγχολία και τη σαφήνεια της μουσικής της"



Τη συνέντευξη έλαβε και μετέφρασε ο Ηρακλής Οικονόμου
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ)

Ο Manfred Eicher είναι ένας από τους γνωστότερους και πιο διακεκριμένους μουσικούς παραγωγούς παγκοσμίως. Εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες, «στεγάζει» τις μελωδίες της Ελένης Καραΐνδρου στην εταιρεία ECM, την οποία και ίδρυσε το 1969. Στη σύντομη κουβέντα που ακολουθεί, αναφέρεται με θερμά λόγια στην ελληνίδα συνθέτρια και τη συνεργασία τους.


Πώς πρωτογνωριστήκατε με την Ελένη Καραΐνδρου και με το έργο της;

Γνώρισα τη μουσική της μέσα από τις ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Στη συνέχεια, ακολούθησε η πρώτη μας συνάντηση, λίγο πριν ηχογραφήσει τη μουσική για τον Μελισσοκόμο. Συναντηθήκαμε για πρώτη φορά στην Κρήτη, σε ένα φεστιβάλ αφιερωμένο εξ’ ολοκλήρου στην ECM. Μετά την πρώτη μας επαφή, ήταν σαφές ότι και οι δύο επιθυμούσαμε να συνεργαστούμε. Και το γεγονός αυτό οδήγησε στον πολύ δυνατό δίσκο Music for Films, ο οποίος έτυχε μεγάλης διεθνούς προσοχής και αναγνώρισης.

Σας αρέσει η μουσική της Καραΐνδρου;

Η Ελένη κατανοεί σε βάθος το συγκεκριμένο είδος της μουσικής για ταινίες, και έχει ένα ιδιαίτερο ταλέντο στη σύλληψη και ανάπτυξη της συναισθηματικής και διανοητικής ουσίας ενός σεναρίου. Συνθέτει τη μουσική έχοντας συναίσθηση του περιεχομένου και της ατμόσφαιρας μιας ταινίας. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους ο Αγγελόπουλος εκτιμούσε τόσο πολύ το έργο της. Προσωπικά, συγκινούμαι πολύ από το μελαγχολικό χαρακτήρα και τη σαφήνεια της μουσικής της. 

Με δέκα δίσκους μέσα σε πάνω από δύο δεκαετίες, η συνεργασία σας με την Καραΐνδρου είναι ιδιαίτερα σταθερή και μακροχρόνια. Ποιο είναι το μυστικό;

Μεταξύ μας υπάρχει μία αυθόρμητη κατανόηση, βασισμένη στην εμπιστοσύνη και στο σεβασμό προς το πρόσωπο του άλλου και το έργο του. Δεν θυμάμαι καμία στιγμή κατά την οποία να διαφωνήσαμε. Προσβλέπω πάντα στην επόμενη συνάντησή μας, καθώς και στην επόμενη κοινή μας ακρόαση και ηχογράφηση της μουσικής της.






Μόλις κυκλοφόρησε από την ECM η ζωντανή ηχογράφηση ‘Concert in Athens’. Τι προσφέρει η συγκεκριμένη παραγωγή σε έναν ήδη γνώστη της μουσικής της Καραΐνδρου;

Το Concert in Athens συνέλαβε την ουσία του έργου της, ενώ σ’ αυτό εμφανίζονται και οι τρεις εξαιρετικοί σολίστες που αναδείχθηκαν σε πρωταγωνιστές της μουσικής της: η Kim Kashkashian, ο Jan Garbarek και ο Βαγγέλης Χριστόπουλος. Και οι τρεις έχουν έναν εξαιρετικά λυρικό, ποιητικό και εκφραστικό τρόπο παιξίματος, ιδιότητες που συναντώνται και στην Ελένη και το έργο της. Είχαμε επίσης την τύχη να αποτυπώσουμε μία καλή εκτέλεση της ορχήστρας, και να την επενδύσουμε με μία πολύ ιδιαίτερη ποιότητα ήχου, για δίσκο ακτίνας. 

Η Καραΐνδρου έχει δηλώσει δημόσια ότι «ο Manfred Eicher είναι ένας θρυλικός παραγωγός … αναζητά συνεχώς νέα ταλέντα και δεν κάνει καλλιτεχνικές εκπτώσεις». Αποτυπώνει αυτή η πρόταση με ακρίβεια το καλλιτεχνικό σας όραμα;

Αν το βλέπει έτσι… Προφανώς, προσπαθούμε να επιτυγχάνουμε το καλύτερο δυνατό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, υπό κάθε δεδομένη συνθήκη.

Όπως ήδη επισημάνατε, η μουσική της Καραΐνδρου συνδέθηκε αδιάρρηκτα με το έργο του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Πώς αντιδράσατε στο άκουσμα της τραγικής του απώλειας;

Θυμάμαι καθαρά τις ολοζώντανες συναντήσεις και συζητήσεις με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο στην Αθήνα αλλά και στην Ιταλία, συχνά παρέα με την Ελένη Καραΐνδρου. Υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς και ιδιόμορφους σκηνοθέτες, με έναν εξαιρετικά πρωτότυπο τρόπο προσέγγισης και ανάπτυξης της κινηματογραφίας. Μαζί με τον Γιώργο Αρβανίτη, τον καταπληκτικό διευθυντή φωτογραφίας του, δημιούργησε κυριολεκτικά αριστουργήματα.

Τελειώνοντας, έχει αναφερθεί ότι τυγχάνετε θαυμαστής της ελληνικής κουλτούρας. Πώς και πότε ήρθατε σε επαφή με την Ελλάδα;

Στη νεότητά μου διάβασα τον Υπερίωνα του Hölderlin. Ο ίδιος δεν την είχε δει ποτέ τη χώρα, αλλά την περιέγραφε με τόση ακρίβεια ώστε μου γέννησε έντονα την επιθυμία να τη δω ιδίοις όμμασι. Έτσι, επισκέφθηκα την Αθήνα και κάποια νησιά, και ένιωσα πολύ κοντά στη χώρα, στους ανθρώπους και στο τοπίο. Η ελληνική μουσική και η ποίηση με συγκινούν έντονα. Παράλληλα, διατηρώ στενή φιλία με έναν αριθμό συμπατριωτών σας.



Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

φωτιά κι αρμύρα, και ναυάγια...





Είπα κι εγώ να ακούσω τούτες τις άγιες μέρες τη φετινή παραγωγή και το φρέσκο ήχο με τις καλύτερες των προθέσεων, αλλά δυστυχώς βρήκα τοίχο. Αν η μουσική του Ζαχαρία Καρούνη στα "Ναυάγια" - ειδικά στα μέτρα της εισαγωγής - δεν είναι εντυπωσιακά όμοια με τη μουσική του Γιώργου Καζαντζή στο "Φωτιά κι Αρμύρα", τότε κι εγώ είμαι ο Άγιος Βασίλης. Καλά, δεν βρέθηκε ένας άνθρωπος να του το επισημάνει του εξαιρετικού μας τραγουδιστή, να μην εκτίθεται έτσι, και μάλιστα μελοποιώντας στίχους του Μάνου Ελευθερίου; Άλλο η μελωδία, κι άλλο η ενορχήστρωση. Και δεν μπορεί ποτέ η δεύτερη, όσο περίτεχνη και να 'ναι, να υποκαταστήσει την πρώτη! ηρ.οικ.






ΥΓ: Αντιθέτως, με μία μόλις ακρόαση από τον "Μελωδία" πολύ θετική εντύπωση μου έκανε η "Ακρόπολη" που ερμηνεύει επίσης ο Ζαχαρίας Καρούνης, αλλά που δεν μπορώ να βρω με τίποτα στο youtube. Αναζητήστε την!

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2013

Το 2013 σε 1 λεπτό και 13 δευτερόλεπτα



Έψαξα με τι να σας αποχαιρετήσω φέτος, και το μόνο που βρήκα καρφωμένο στο μυαλό μου ήταν αυτό το βίντεο με τον Χριστόφορο Παπακαλιάτη να διαφημίζει γιαουρτάκι υπό τους ήχους κλασικής μουσικής. Είναι ό,τι πιο αντιπροσωπευτικό για την τρέχουσα κατάσταση του ελληνικού πολιτισμού, για την ηλίθια σοβαροφάνεια που μας έχει κάνει το βίο αβίωτο, για την απύθμενη κυριαρχία του δήθεν. Δεν υπάρχει καλύτερη απεικόνιση του εφιάλτη της σημερινής Ελλάδας από αυτό το χάλι, να βλέπεις έναν νέο άνθρωπο να γράφει κάτι σε ένα χαρτί με ένα αλαζονικό ύφος που ούτε ο Μπετόβεν δεν θα είχε όταν έγραφε την 9η του, να κουνάει το κεφάλι του πάνω κάτω με ένα στημένο στυλάκι μέγιστου διανοούμενου, και εν τέλει όλα αυτά να καταλήγουν σε ένα ...γιαούρτι. Αυτό είμαστε - για πολλά γιαούρτια. Μπέρδεμα, σύγχυση, με την όλο περίσκεψη ματιά του Παπακαλιάτη-Μπετόβεν να χαζεύει το κενό και με μία τέχνη που πλέον δεν έχει λόγο να υπάρχει, πέραν της χυδαίας ανάγκης ικανοποίησης της αγοράς και της εξίσου χυδαίας ανάγκης ικανοποίησης του ατομικού ή παρεΐστικου ναρκισσισμού μας.

Για μένα ο κλασικός τρόπος έκφρασης είναι πάντα ο καλύτερος. Γιατί το κλασικό δεν είναι συνήθεια, είναι επιλογή. Αυτή είναι η αξία του.

Με αυτές τις όλο κενό και παραγεμισμένες με μπόλικο τίποτα σκέψεις της αγελαδίτσας και του Παπακαλιάτη σας αποχαιρετώ. Με τον σκηνοθέτη μιας ταινίας που βάζει τον σκύλο του πρωταγωνιστή να ονομάζεται "Μοναξιά" . Ναι, αμέ, δείτε το "Αν..." αν δεν με πιστεύετε. Ο σκύλος λέγεται "Μοναξιά"... τι πρωτότυπο σκηνοθετικό εύρημα στ' αλήθεια... πόσο όμορφο στ' αλήθεια να βλέπεις τη μαζική κουλτούρα να διεκδικεί δάφνες ύψιστου νοήματος και να αναπαράγει όλη την προπαγάνδα της εξατομίκευσης και της αποκοπής από οτιδήποτε σε συνδέει με την κοινωνία. Τη μοναξιά και το νου σας!! Φάτε την αν θέλετε, ή και σκουπιστείτε με δαύτη! Μοναξιά και απώλεια, απώλεια και μοναξιά, ο σίγουρος δρόμος προς την καλλιτεχνική επιτυχία και αναγνώριση στην Ελλάδα σήμερα. 

Ρωτήστε και τον καλό μας στιχουργό Γεράσιμο Ευαγγελάτο: "από μικροί μαθαίνουμε να χάνουμε / η απώλεια θα μπορούσε να είναι κούνια μας". Τι στο καλό, σε μένα έπαιρναν playmobil και lego... τι έγινε μετά; Τι συνέβη αλήθεια ώστε να γίνει η απώλεια κούνια των νέων ανθρώπων; Τι στράβωσε στην πορεία; Και γιατί εγώ είμαι υποχρεωμένος να ακούω αυτό το μνημόσυνο, σε κάθε γωνιά, σε κάθε ραδιόφωνο, όταν ακόμα μέσα στις φλέβες κυλάει το αίτημα για ζωή; Γιατί να μην υπάρχει τραγούδι να  το εκφράσει; Γιατί με το ζόρι ήττα;

Γιατί το παλιό πεθαίνει και το νέο δεν λέει να γεννηθεί, και έτσι, μέσα στο ημίφως, είμαστε καταδικασμένοι να πορευτούμε, με πλήρη επίγνωση της κατάστασης, πλήρη ψυχραιμία, και πλήρη ετοιμότητα για δράση. Για το 2014, μας εύχομαι κάποιοι κάπου κάποτε να εφεύρουν τα νέα νοήματα και τις νέες φόρμες, γιατί αγελαδίτσες υπήρχαν πάντα αλλά υπήρχε και Νίκος Μαμαγκάκης, και Πόλυ Πάνου, και Νίκος Δημητράτος. Και αυτοί φεύγουν, και δεν βλέπω τίποτα στον ορίζοντα, παρά μόνο γιαούρτια και επίφαση, πολλή επίφαση! Καλή χρονιά, και τα λέμε από Γενάρη.
ηρ.οικ.

Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013

Νίκος Δημητράτος




Μάνατζερ που δεν ήταν καλοί τραγουδιστές αλλά έκαναν μεγάλη καριέρα ως τέτοιοι υπήρξαν και υπάρχουν πολλοί. Καλοί τραγουδιστές που δεν ήταν μάνατζερ κι έτσι δεν έκαναν  τη μεγάλη καριέρα για την οποία προορίζονταν υπήρξαν επίσης, πολλοί, αλλά ο Νίκος Δημητράτος που πέθανε σήμερα θα ήταν σίγουρα στην κορυφή αυτής της νοητής πυραμίδας. Η συνάντησή του με τον Σταύρο Ξαρχάκο - καταρχήν - και με τον Δημήτρη Λάγιο έβγαλε μερικές από τις μεγαλύτερες και ιστορικότερες - δίχως υπερβολή - στιγμές του ελληνικού τραγουδιού. Η πολύ πιο πρόσφατη συνεργασία του με τον Χρήστο Λεοντή επικύρωσε την ερμηνευτική του στιβαρότητα που έμεινε ανεπηρέαστη από το πέρασμα του χρόνου. Γιατί όμως δεν έγινε ο Δημητράτος η φίρμα, το μέγεθος που σίγουρα θα ανταποκρινόταν στο μέγεθος της φωνής και των ερμηνευτικών του δυνατοτήτων; Πόσο έφταιξε ο ίδιος, και πόσο ένα ανθρωποφάγο σταρ-σύστεμ που βασίστηκε και βασίζεται στα νούμερα και στην αγορά; Η τακτική παρουσία του σε τηλεοπτική εκπομπή της ΔΗΜΟΣΙΑΣ τηλεόρασης με παρουσιαστή τον Σπύρο Παπαδόπουλο υπήρξε μία κάποια ιστορική "επανόρθωση". Ένα είναι σίγουρο: ότι η περίπτωση του Νίκου Δημητράτου βρήκε ήδη περίοπτη θέση στα επτασφράγιστα κιτάπια του ελληνικού τραγουδιού και το όνομά του θα μνημονεύεται σαν συνώνυμο του ρίγους που σε πιάνει όταν ακούς τα πολύ μεγάλα, καταραμένα τραγούδια. Τα Μ.Π. εκφράζουν θερμά συλλυπητήρια στους οικείους και στους συνεργάτες του.
ηρ.οικ.


Ήρθε ο καιρός

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος

Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Ερμηνεία: Νίκος Δημητράτος

Εσείς που βάλατε την έγνοια προσκεφάλι
κι είχατε στρώμα της ζωής την ερημιά
Εσείς που χρόνια δεν σηκώσατε κεφάλι
και καλοσύνη δεν σας άγγιξε καμιά

Ήρθε ο καιρός, ήρθε ο καιρός
πάνω στου κόσμου την πληγή
ήρθε ο καιρός, ήρθε ο καιρός
να ξαναχτίσετε την γη

Εσείς αδέρφια που ποτέ δεν βγάλατε άχνα
κι ούτε ξημέρωσε στην πόρτα σας γιορτή
εσείς που η πίκρα σας πλημμύρισε τα σπλάχνα
κι όλοι σάς βλέπανε σαν άγραφο χαρτί.

Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2013

Συνέντευξη της Μπέττυς Λιβανού στον Σωτήρη Κακίση




ΜΠέΤΤΥ ΛΙΒΑΝΟύ :

«Θα είχα ταλέντο, φαίνεται!» 


του ΣΩΤήΡΗ ΚΑΚίΣΗ



Τελείωσε τη νέα ταινία του Γιώργου Πανουσόπουλου, πρωταγωνίστησε στο «Μια μέρα τη νύχτα» του πάλι. Γυρίζει και μιαν άλλη ταινία, ετοιμάζεται και για μια τρίτη φέτος. Τα σχέδιά της τα τηλεοπτικά πάντα την συνοδεύουν. Αλλά, αυτήν τη φορά, ήταν η σειρά του θεάτρου για την Μπέττυ Λιβανού: για πρώτη φορά ουσιαστικά στην καριέρα της, τόλμησε ν' ανέβει και στο σανίδι. Ίψεν μάλιστα παίζει με τον Τσακίρογλου, από τα πολύ βαθιά, θεωρητικά, ξαναξεκινώντας. Κατά γενική ομολογία, πάλι τα κατάφερε, πάλι απέσπασε κριτικές θαυμάσιες και θαυμασμό άπλετο. Η ίδια, θα δείτε, τα εξηγεί όλα όσο πιο απλά γίνεται, όσο πιο λογικά μπορεί. Αλλά δεν μπορεί να μην πει και στο τέλος για την πίστη της. Για το δικό της καταπληκτικό δηλαδή άστρο, που έως τώρα ευτυχώς δεν την έχει προδώσει, λέει, ποτέ.
Σ.Κ.



ΜΠΕΤΤΥ ΛΙΒΑΝΟΥ: Εγώ νομίζω πως αυτό το ιδιαίτερο που έχει ο «Αρχιμάστορας Σόλνες» του Ίψεν που παίζουμε, είναι πως το έχει γράψει για μια γυναίκα. Που της το αφιέρωσε. Που δεν θέλησε, ο Ίψεν, ποτέ να το δημοσιεύσει. Και που, στο τέλος της ζωής της αυτή, για οικονομικούς λόγους, το έδωσε να παιχτεί.

Σώζουν και... οικονομικά οι συγγραφείς μετά θάνατον!

«Απ' ό,τι φαίνεται, ναι. Μάλιστα, δεν μπορούσε να το γράψει κι αμέσως μετά το τέλος της ιστορίας τους ο άνθρωπος. Έγραψε πρώτα την "Έντα Γκάμπλερ" και μετά καταπιάστηκε μ' αυτό».

Έτσι είναι με τις εντάσεις, Μπέττυ.

«Δεν μπορούσε να το πιάσει το θέμα ολόκληρος Ίψεν! Έκαιγε μέσα του το πράγμα. Κι έχει μπλέξει μες στο έργο τρεις ερωτικούς χαρακτήρες».

Για ξεκάρφωμα...

«Αλλά το αφιέρωσε σε μια πιτσιρίκα που είχε ερωτευτεί, δεκαοχτάχρονη, στο αυστριακό Τυρόλο. Που...».

Φορούσε αυτά τα προσκοπικά τα αυστριακά της «Μελωδίας της ευτυχίας», ας πούμε;

«Ας πούμε. Είναι και πιο ερωτεύσιμες καμιά φορά οι γυναίκες, τα κορίτσια, με σορτσάκια! Μα κι αυτή ήταν, λέει, πάρα πολύ ερωτευμένη μαζί του. Στις διακοπές έγιναν όλα».

«Ο Ίψεν στο αυστριακό Τυρόλο»: Ντοκιμαντέρ σε... τριάντα μέρη;

«Τι τριάντα μέρη; Ούτε ένα φιλί δεν της έδωσε, πάλι, λέει. Παρ' όλα αυτά, κόντεψε να διαλύσει τον γάμο του κανονικά. Ήταν ήδη εξήντα ενός τότε».

«Ο Ίψεν σε διακοπές από τον γάμο του στο αυστριακό Τυρόλο», άρα.

«Αυτή η μικρή έπαιζε μουσική δωματίου. Εγώ τώρα παίζω τη σύζυγό του, στο έργο. Η Πέγκυ η Σταθακοπούλου κάνει τη Χίλντα. Ένα πρόσωπο που δεν μπορείς να είσαι και τόσο σίγουρος πως υπήρξε πραγματικά. Σαν το alter ego του Ίψεν, του Σόλνες, μάλλον, μοιάζει».

Συνδυασμός, όπως είπατε, πολλών ερώτων του. Όνειρα πολλά, ανακατεμένα μαζί;

«Έναυσμα, έμπνευση διαρκής της φαντασίας του. Κάλλιστα θα μπορούσε αυτήν τη γυναίκα να μην την βλέπει κανένας άλλος, παρά μόνον εκείνος...».






Τι είναι ο έρωτας, λοιπόν...

«Τι είν' η πατρίδα μας; Μην είναι τα ψηλά βουνά;».

Α, και για βουνά λέει ο Ίψεν: «Κάνε το γύρο», έλεγε ο Σκυφτός! Πώς λέει στον «Πέερ Γκυντ», στου Όμηρου Μπεκέ την ιστορική μετάφραση...

«Δεν ξέρω κι εκεί πώς λέει, αλλά πολύ ψηλά βουνά σίγουρα είναι ο έρωτας, Σωτήρη. Το λιγότερο».

Σε αναζήτηση του alter ego μας είμαστε πάντα; Κι αν ο άλλος δεν ταιριάζει στις προδιαγραφές μας γινόμαστε... Προκρούστες; Τι λέτε;

«Πού να ξέρω εγώ; Πού να τα ξέρω αυτά; Εμένα ρωτάτε να σας το λύσω και το θέμα αυτό;».

Ποιον να ρωτήσουμε, δηλαδή, αν δεν ρωτήσουμε εσάς;

«Όλα αυτά είναι της αρμοδιότητας του Πανουσόπουλου. Γιατί δεν τον ρωτάτε εκείνον;».

Μία και δύο φορές το έχω κάνει; Δύο έργα έχουμε κάνει και μαζί επ' αυτού κι ακόμα στο Άλφα σαν νά 'μαστε! Δεν μπορείτε να μας βοηθήσετε λίγο, να μην παλεύουμε μόνοι μας οι καημένοι;

«Όχι. Αυτός πάντως...».

Ο Πανουσόπουλος;

«Ο Σόλνες. Αυτόν τον βοηθάει όλη αυτή η ιστορία να κατακτήσει το ανέφικτο. Μέσω της φαντασίας, μέσω της ψυχής του».

Οδηγείται σε κάποια λύτρωση;

«Νομίζω. Μακάρι να μας οδηγούσαν όλους σε κάτι τέτοιο οι έρωτες. Μακάρι. Αλλά δεν. Αν ήταν κάθε φορά έτσι... Αυτός έπεσε κιόλας, ξέρετε. Ανέβηκε ψηλά, ξεπέρασε τις φοβίες του, κάρφωσε το στεφάνι του και μετά αφέθηκε στο κενό!».

Χάπι εντ, δηλαδή. Και τι γίνεται μ' εκείνους που ανεβαίνουν στο σανίδι για πρώτη φορά στη ζωή, στην καριέρα τους, με τόσο σινεμά, με τόση τηλεόραση ήδη στο ενεργητικό τους, αλλά στο θέατρο, έως τώρα, ποτέ;

«Τι να γίνεται;».

Θέλω να πω, είναι πολλές οι φοβίες που καταφέρατε, τελικά, να ξεπεράσετε, τρομερά επιτυχημένα μάλιστα, κατά γενική πάλι ομολογία;

«Φοβίες ακριβώς όχι. Η φοβία είναι σοβαρό πράγμα. Ας πούμε πως ένιωθα κάποια ανασφάλεια. Γιατί φοβόμουν μήπως πρόκειται για κάτι πολύ διαφορετικό από εκείνο που μπορούσα να συλλάβω».

Αλλά;

«Αλλά ήταν μέσα στα πλαίσια των δυνατοτήτων μου, τελικά. Πάντως, είναι κι από μόνο του ενδιαφέρον το εν λόγω θέμα. Γιατί είναι άξιο απορίας το πώς εγώ αρνιόμουν επί τριάντα χρόνια τόσες αξιόλογες προτάσεις. Τι ήταν αυτό που μ' έκανε να συμπεριφερθώ όπως συμπεριφέρθηκα; Σας ρωτάω».

Πρόβες που συνεχίστηκαν επί τριάντα χρόνια! Να σας πω εγώ τι σας έκανε και δεν το τολμούσατε έως τώρα;

«Τι να μου πείτε κι εσείς; Ούτε εγώ δεν ξέρω να απαντήσω. Μόνο μερικά λογικά πράγματα μπορώ να πω ίσως, που από πίσω τους όμως θα κρύβονται ένα σωρό άλλα, μη λογικά, τελείως άγνωστά μου πράγματα».

Λογικά, όπως;

«Να! Ήξερα από τότε πως το θέατρο είναι μια μεγάλη σκλαβιά. Πώς όταν είσαι εκεί, δεν μπορείς να είσαι πουθενά αλλού. Αυτό και τώρα το πιστεύω, μια και το διαπίστωσα πια και ιδίοις όμμασι. Έτσι είναι, όντως. Επίσης, με τρόμαζε πάρα πολύ η διπλή παράσταση. Και τώρα με τρομάζει, το θεωρώ απάνθρωπο αυτό το πράγμα. Ύστερα, επειδή είμαι και κάπως ιδιόρρυθμη ως άνθρωπος, με τρόμαζε το παρασκήνιο. Τα παρασκήνια μαζί με τους άλλους. Όπου το θέατρο γίνεται σαν δεύτερο σπίτι σου».





Δύσκολη η συνύπαρξη, ακόμα και στο... πρώτο μας σπίτι.

«Δεν είναι; Αυτό το τελείως παράλογο του θεάτρου, που δεν ορίζεις εσύ πια απόλυτα τη ζωή σου. Που έχει πεθάνει ο πατέρας σου, ας πούμε, κι εσύ το ίδιο βράδυ οφείλεις να παίξεις. Αυτή δεν είναι μια σειρά από λογικότατα πράγματα, που δημιουργούν ένα σωρό αναστολές;».

Όλα αυτά δεν καταρρίπτονται όμως ενώπιον του πάθους της ηθοποιίας; Ενώπιον του εαυτού σας, εννοώ...

«Κοιτάξτε τε, Σωτήρη. Το καλό μ' εμένα ­ πήγα να πω το κακό, αλλά πρόλαβα και το διόρθωσα ­ είναι πως ποτέ δεν έχω υπάρξει ιδιαίτερα φιλόδοξη. Πως ποτέ αυτήν τη δουλειά δεν την είδα σαν ευκαιρία για οτιδήποτε άλλο. Δεν μ' ενδιέφερε ποτέ να χρησιμοποιήσω οτιδήποτε για κάτι άλλο».

Για καριέρα που λένε; Για τέτοια πράγματα;

«Ακριβώς. Καριέρα που είπατε τώρα εγώ έχω κάνει, τελικά, τυχαία. Ούτε το προγραμμάτισα ποτέ ούτε το επεδίωξα ούτε το προσπάθησα πραγματικά. Ούτε σπούδασα ούτε είχα κανένα σκοπό. Ό,τι έγινε, έγινε από μόνο του».

Πού να τα φανταστείτε όλα τα μετά, όταν μικρό παιδί κάνατε τηλεόραση... Πολύ... Candid Camera ήταν το μέλλον σας, όπως αποδείχτηκε!

«Ναι. Εγώ δεν σκεφτόμουν τίποτα για το μέλλον μου, ομολογώ. Όλο οι άλλοι σκεφτόντουσαν, έβαζαν σχέδια για μένα και το μέλλον μου. Όλο με τριγύριζαν, κι όλο προσπαθούσα εγώ να τους ξεφύγω. Να τι προσπάθησα μόνο: να τα αποφύγω όλα όσο περισσότερο μπορούσα. Αλλά, τα βλέπετε: δεν τα κατάφερα».

Αν τα είχατε καταφέρει να μην τα... καταφέρετε, θα είχατε χάσει πολλά πράγματα, λέτε;

«Εκ των υστέρων, ναι. Θα είχα χάσει πολλά πιστεύω. Και, πάλι, πιστεύω, πως δεν θα μπορούσα και να έχω και τίποτε άλλο στη ζωή μου. Αυτό που ήταν να κάνω έκανα, τελικά. Σώθηκα, λοιπόν, μ' όλη αυτή την ιστορία, κι έκανα ό,τι έκανα. Άσε που, ως ηθοποιός κι εγώ, δεν ξέρω και πόσες νευρώσεις έτσι γλίτωσα...».

Ως ηθοποιός και ως άνθρωπος. Η μεταμφίεση, φαίνεται, σώζει.

«Φαίνεται πως αυτή η υπόθεση της εναλλαγής των ρόλων λειτουργεί καταλυτικά μέσα μας».

Ψυχαναλυτικά;

«Ψυχαναλυτικότατα. Σώζεσαι χωρίς να το καταλάβεις!».

Το ενδιαφέρον μ' εσάς είναι πως και σε παλιές ταινίες, όπου η ποιότητα δεν είναι και στην πρώτη γραμμή, εσείς σώζεστε πάντα. Πάντα πολύ καλή είστε. Πώς το εξηγείτε αυτό;

«Πώς να το εξηγήσω κι αυτό; Θα είχα ταλέντο, φαίνεται! Και το ταλέντο είναι κάτι που σου κρατάει μέχρι τα είκοσι πέντε, μέχρι τα είκοσι οκτώ σου χρόνια. Μετά, μεγαλώνοντας, ή είσαι καλός ή δεν είσαι. Ανάλογα».

Ταλέντο θα εννοείτε τώρα το ένστικτο.

«Αυτό εννοώ. Αλλά κι εγώ έβλεπα τις προάλλες στην τηλεόραση μια παλιά κωμωδία του Βουτσά, που έπαιζα κι εγώ, και με βρήκα μια χαρά! Καλά πήγαινα, είπα μέσα μου, τόσο νέο παιδί...».

Και μετά, πέσατε στα χέρια του Πανουσόπουλου. Και στους «Ξαφνικούς έρωτες» του Τσεμπερόπουλου, και, και, και.

«Τότε άρχισε να χτίζεται ένα πραγματικά νέο, στην Ελλάδα, σινεμά».

Πάνω σας;

«Ε, δεν με θυσιάσανε κιόλας, σαν την κόρη του "Πρωτομάστορα". Γιατί το νέο αυτό σινεμά ήταν και πειραματικό πολύ τότε. Σε αντίθεση με του Φίνου τη βιομηχανία και την πορεία την πεπατημένη».

Εσείς τραβήξατε και την αυλαία, λέγεται, στη Φίνος Φιλμς, με την τελευταία σας εκεί ταινία...

«Ναι. Εγώ τον έκλεισα τον Φίνο! Αστειεύομαι τώρα. Απλώς, ήμουν η τελευταία που βγήκε εκεί, επί Δαλιανίδη. Ο Δαλιανίδης, άλλωστε, ανακάλυψε και τη Ζωή τη Λάσκαρη κι ένα σωρό κόσμο. Ζεν πρεμιέ, κωμικούς, πολλούς, πολλούς».



(Με τον Γιώργο Πανουσόπουλο)



Αλλά κι ο Πανουσόπουλος είχε περάσει από τη Φίνος Φιλμς.

«Ναι, αλλά δεν είχε, νομίζω, δουλέψει πολύ ο Γιώργος στον Φίνο. Κι έτσι αρχίσαμε τα πειράματα».

Που οδήγησαν στο υπέροχο «Ταξίδι» σας «του Μέλιτος».

«Αυτή κι αν ήταν ταινία-τόλμημα εκείνη την εποχή. Ταινία χωρίς διανομή, ουσιαστικά. Που έγινε όπως έγινε».

Αριστουργηματικά λένε οι πιο πολλοί. Με όλους εκείνους τους εκλεκτούς γέροντες κι εσάς. Κι ύστερα οι «Απέναντι» με το ρεκόρ στα εισιτήρια, και πάλι και, και, και».

«Ε, κάτι μάθαμε μετά. Κάτι μάθαμε».

Πέρασε και μια δεύτερη, ξαφνικά, ζωή. Μια άλλη πορεία.

«Από τον "Ξαφνικό έρωτα" πάνε τώρα 16 χρόνια, δεν πάνε;»

Πάνε. Και η Πορτογαλία είναι πια μαζί μας, στην ΟΝΕ! Τι σας έδωσε το σινεμά αυτό όλο για το θέατρο τώρα, Μπέττυ;

«Άλλο σινεμά, άλλο θέατρο. Το σινεμά είναι μαγευτικά αποσπασματική υπόθεση. Αυτό εμένα μου πάει πολύ».

Η Παξινού το αντίθετο έλεγε...

«Οι περισσότεροι ηθοποιοί του θεάτρου έτσι νιώθουμε. Δεν το πολυ-μπορούν το σινεμά, γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο: γιατί δεν υπάρχει μια σειρά σ' αυτό που κάνουν. Κι έτσι προτιμούν και την τηλεόραση, την κωμωδία την τρικάμερη, που τα λες όλα στη σειρά, μπουρ, μπουρ, μπουρ, και τελειώνεις. Ενώ στον κινηματογράφο, κάνοντας κομματάκια κομματάκια σκόρπια, πρέπει στο τέλος όλα να μπορούν να γίνουν ένα».

Τι κάνει τότε το ταλέντο, το ένστικτο του καλού ηθοποιού;

«Το έχεις όλο το έργο μέσα του σαν ένα πράγμα, και προσπαθεί, ο καλός ηθοποιός, να έχει συνέπεια το καθετί που κάνει με τα άλλα».

Κι άμα σου κρύβει ο σκηνοθέτης μέρη του σεναρίου επίτηδες;

«Σαν Candit Camera; Εμένα τουλάχιστον δεν μου έχει τύχει ποτέ αυτό το πράγμα. Συνήθως ξέρεις πάρα πολύ καλά τι πας να κάνεις, κι αυτό πρέπει να το κάνεις ανάκατα. Αλλά, παρ' όλα αυτά, να κρατήσεις, όσο μπορείς, τη σωστή αλληλουχία των στιγμών, των καταστάσεων».

Πρόκληση. Κι ας μην έχεις μπροστά σου το κοινό, να σε μπερδεύει.

«Αυτή είναι η διαφορά. Αλλά το κοινό δεν σε μπερδεύει. Άλλο σου κάνει: σε συναρπάζει, σε παίρνει μαζί του. Πάτε κάπου όλοι μαζί. Αυτό, ναι, δεν το έχει το σινεμά. Έναν κόσμο, δηλαδή, ζωντανό, που αντιδρά κάθε φορά και διαφορετικά. Που είναι συνέχεια παρών, και έχει διαρκώς διάλογο μαζί σου».

Και η τηλεόραση; «Γλυκόξινο κρασί» εκεί πέρα;

«Άλλο και η τηλεόραση. Σινεμά στο τετρακάμερο, που έχω κάνει εγώ, και σούπερ θέατρο την ώρα που θα παιχτεί το κάθε επεισόδιο. Τότε κάτι παθαίνεις».

Με τα εκατομμύρια του κόσμου καρφωμένα πάνω σου;

«Έχει τεράστια διαφορά. Άλλο να το έχεις το επεισόδιο σε μια κασέτα και να το βλέπεις μόνος σου κι άλλο η στιγμή της μετάδοσης. Αυτό κι αν είναι».

Και όλα αυτά τώρα που λέμε τι σχέση έχουν με τη ζωή, λέτε;

«Είναι μόνο για τους ηθοποιούς πράγματα; Μπορεί κιόλας. Όλα αυτά είναι η ζωή μας, αλλά και δεν είναι. Ανάλογα. Όταν καταντούν να είναι αυτά μόνο η ζωή μας, και τρέχουμε και δεν φτάνουμε, καθόλου καλό δεν είναι. Είναι όπως άκουγα παλιά τον Χατζηχρήστο, που γύριζε δυο-τρεις ταινίες ταυτόχρονα, κι είχε και θέατρο από πάνω!».

Άρα;

«Μη λέμε τώρα και υπερβολές. Πάντα θα υπάρχει χρόνος και για τη ζωή μας. Ό,τι και να κάνεις, όπου και να παίζεις, όσο και να φεύγεις, όσο και να λείπεις, η ζωή σου συνεχίζεται. Και οι γύρω σου, οι δικοί σου άνθρωποι, θέλοντας και μη, προσαρμόζονται σιγά σιγά».

Όταν, εκτός από τον Γιώργο Πανουσόπουλο, υπάρχει και ο Ίψεν στο προσκήνιο;

«Και ο Ίψεν και ο Σόλνες κι ένα σωρό άλλοι μαζί τους».

Τι δεν έχετε, λέτε, έως τώρα καταφέρει στη ζωή σας;

«Τι να σας πω; Ό,τι ήθελα, συνήθως το κατάφερνα. Ποτέ δεν συνάντησα καμία δυσκολία σ' αυτό, Σωτήρη. Οπότε, δεν έχω να σας πω τίποτα απωθημένα, να σας εξομολογηθώ τίποτα τρομερό τώρα. Συγγνώμη. Ό,τι ήθελα, το έχω κάνει, νομίζω, στη ζωή μου. Είναι θέμα πίστης, ξέρετε».

ΤΑ ΝέΑ, ΠΡόΣΩΠΑ,
ΣάΒΒΑΤΟ 27 ΙΑΝΟΥΑΡίΟΥ 2001



Μπέττυ Λιβανού - Έλενα Κωνσταντινίδου (φωτο: Σωτήρης Κακίσης)