Πέμπτη 19 Απριλίου 2012

αν τύχει και τον δείτε




Κουβεντιάζοντας με τον Δημήτρη για τον Μητροπάνο, η κουβέντα πήγε μέσα από χίλες δυο διασταυρώσεις στον Ανέστη Δελιά. Έτσι, ήρθε στο νου το «Κουτούκι» του Λευτέρη Παπαδόπουλου και του Μίκη Θεοδωράκη. Ο στίχος «γύρεψε τραγούδια του Ανέστη του Δελιά» μου πήρε χρόνια να καταλάβω τι σημαίνει, και πόσο βαριά είναι κάθε λέξη του. Γιατί, τελικά, είναι πολύ δύσκολο και πολύ επίπονο να είσαι συ-γκε-κρι-μέ-νος· συγκεκριμένος στην τέχνη και στη ζωή, με τον διπλανό και με τον εαυτό σου. Και τελικά κάνει όλη τη διαφορά αν θα γυρέψεις τραγούδια του Δελιά ή κάποιου άλλου, ή κανενός. Λένε ότι ο Μπέρτολτ Μπρεχτ στο γραφείο του είχε μία πινακίδα που έλεγε: «η αλήθεια είναι συγκεκριμένη». Είχε δίκιο.
Το «Κουτούκι», γνωστό και ως «Άγγελος δραπέτης», είναι - υποκειμενικά πάντα - ένας από τους 4 - 5 ωραιότερους και ταυτόχρονα λιγότερο δημοφιλείς σταθμούς στο ρεπερτόριο του Μητροπάνου. Ζεϊμπέκικο γρήγορο, που από τη μία σε προσκαλεί να πετάξεις μέσα στην εξωστρέφεια της μουσικής του, κι από την άλλη σε κρατάει στέρεα στη γη με τους στίχους του. Το μοτίβο του αγγέλου εδώ εμφανίζεται καθ' όλα φυσιολογικό και αναγκαίο. Μόνο μια φορά ακούστηκε ξανά ο άγγελος με τέτοια πειστικότητα σε τραγούδι ευρείας αποδοχής, στο περίφημο «Στων αγγέλων τα μπουζούκια» των Ελευθερίου-Νικολόπουλου. Και μετά, πλημμύρισε ο τόπος με αγγέλους κι αρχαγγέλους, και έγινε ένα ωραίο στιχουργικό φολκλόρ που μπορούμε δίχως τύψεις να ξεχάσουμε μια και καλή.
Το ρεφραίν του τραγουδιού είναι πραγματικά παράδοξο. Συνήθως, με την απώλεια συνδέεται ο ουρανός, υποτιθέμενος τόπος των ψυχών που μας κοιτάζουν από ψηλά. Εδώ όμως ο μύθος αντιστρέφεται τελείως. Δεν φεύγει ο ήρωας από τη γη στον ουρανό, αλλά αντίθετα φεύγει από τον ουρανό για να χαθεί στη γη. Δεν γίνεται άγγελος ο άνθρωπος, αλλά άνθρωπος ο άγγελος, χάνοντας τα φτερά του «εκεί στην Αχαρνών». Αυτός είναι ανθρωπισμός απόλυτος, ολοκληρωτικός. Δεν έχει τίποτα εκεί πάνω, όσο και να χαζεύεις ήλιους και συννεφάκια. Δεν έχει τίποτα να προσμένεις στη γειτονιά των αγγέλων. Όταν ο άγγελος έρχεται στη γη, καταλαβαίνεις ότι το μόνο για το οποίο αξίζει να προσπαθήσεις είναι να μετατρέψεις την εδώ εφιαλτική γειτονιά σου σε γειτονιά των ανθρώπων, να αλλάξεις τη ζωή σου εδώ και τώρα, να χορέψεις το ζεϊμπέκικο του Δελιά που σου αναλογεί, κι αν είσαι τυχερός, να βρεις τα φτερά που άφησε ο προηγούμενος, να τα φορέσεις για λίγο και να κάνεις πάσα στον επόμενο.
Κουβεντιάζοντας για αγγέλους στη γη, συναντά κάποιος και το ομώνυμο τρυφερό τραγούδι της Μαρίας Βουμβάκη. Ο «Άγγελος στη γη» ακουμπάει στο ίδιο μοτίβο και επικυρώνει τον ίδιο προβληματισμό: «Γιατί οι άγγελοι δεν έρχονται συχνά / κι όποιος τους είδε δεν τους ξέχασε μετά».
Ή, αλλιώς, «αν τύχει και τον δείτε μιλήστε του γλυκά / γιατί έχει μαύρα μάτια και μελαγχολικά». Εικοσιοκτώ χρόνια αφότου ο Μητροπάνος τραγούδησε τούτο το στίχο στα «Πικροσάββατα», οι λέξεις επιστρέφουν δικαιωματικά στον ερμηνευτή τους, στη μελαγχολία του, και στα φτερά που μας άφησε και μας πήρε. Κι αν τύχει κάποτε και τον δείτε, μιλήστε του γλυκά.
ηρ.οικ.

Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

Κυκλοφόρησε ο Μετρονόμος με σούπερ αφιέρωμα στους αδερφούς Κατσιμίχα




Αφιέρωμα: Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας

Το 44ο τεύχος του Μετρονόμου είναι εξ' ολοκλήρου αφιερωμένο στους αδελφούς Κατσιμίχα. Για πρώτη φορά στην ιστορία των σημαντικότερων, από τη δεκαετία του '80 και μετά, τραγουδοποιών της ελληνικής σκηνής επιχειρείται ένα εκτενές αφιέρωμα στη ζωή και το έργο τους. Μουσικολογικά άρθρα και μαρτυρίες δημιουργών και στενών συνεργατών τους επιχειρούν να φωτίσουν τις πολλαπλές πλευρές της τραγουδοποιίας τους (τη σχέση τους με το ροκ, την παράδοση, το λαϊκό τραγούδι, την ποίηση κ.ά.) δημοσιεύοντας παράλληλα άγνωστες ιστορίες γύρω από τα χρόνια τους στη Γερμανία, την πρώτη τους εμφάνιση στο Φεστιβάλ της Κέρκυρας το 1982, την ηχογράφηση των θρυλικών «Ζεστών ποτών» κ.ά. συνοδευόμενα από σπάνιο και ανέκδοτο φωτογραφικό υλικό. Το αφιέρωμα ξεκινά με μια βαθιά προσωπική πολυσέλιδη συνέντευξη των ίδιων των αδελφών Κατσιμίχα.

Το περιοδικό συνοδεύεται από ένα cd single με ένα καινούριο τραγούδι του Πάνου Κατσιμίχα που ερμηνεύει ο Γεράσιμος Ανδρεάτος με τον τίτλο «Δως μου απ΄ το κουράγιο σου» (Ο πυγμάχος).

Περιεχόμενα τεύχους

- Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας, συνέντευξη στον Σπύρο Αραβανή
- Αδελφοί Κατσιμίχα: Βeat poetry
- Οι ποιητές του λυκόφωτος, της Στέλλας Βλαχογιάννη
- Η μουσική των αδελφών Κατσιμίχα, του Αντώνη Μποσκοΐτη
- Μια βραδιά στην Κέρκυρα, του Μάκη Γκαρτζόπουλου
- Μανώλης Ρασούλης: Αφοί Κατσιμίχα
- Νίκος Ζιώγαλας: Κράτησαν γερά μέσα στο χρόνο, του Χρήστου Α. Μιχαήλ
- Ο Γιάννης Σπάθας και τα «Ζεστά ποτά», του Σωτήρη Μπέκα
- Berlin zeit, του Δημήτρη Ζμπέκου
- «Μου φαίνεται σα να’ ναι χθες μα πάνε τόσα χρόνια…», του Ηρακλή Κοντού
- Στους ελαιώνες της ποίησης, του Σπύρου Αραβανή
- Η Λένα Παππά για τους αδελφούς Κατσιμίχα
- «…στο κέντρο και τις συνοικίες». Η διαλεκτική χώρου-ατόμου στους αδερφούς Κατσιμίχα, του Ηρακλή Οικονόμου
- Ο Δήμος Μούτσης για τους αδελφούς Κατσιμίχα
- Τα λαϊκά του Χάρη και του Πάνου, του Θανάση Γιώγλου
- Η παράδοση στο έργο των αδελφών Κατσιμίχα, του Σωτήρη Μπέκα
- O «εξάδελφος» Μιχάλης Πελώνης θυμάται
- Ο Γιώργος Νταλάρας για τους Αδελφούς Κατσιμίχα
- Ο Θύμιος Παπαδόπουλος για τους αδελφούς Κατσιμίχα
- Σκορπώντας χαμόγελο και κέφι στην αγέλαστη πολιτεία των σχολείων μας, του Σταύρου Καρτσωνάκη
- Η «παράλληλη δισκογραφία» των αδελφών Κατσιμίχα, του Αλέξη Λιόλη
- Ο Θάνος Μικρούτσικος για τους αδελφούς Κατσιμίχα
- Ο Χάρης και ο Πάνος σε 500 λέξεις… του Μιχάλη Κουμπιού
- Οι Πρίγκιπες της τραγουδοποιείας, του Νίκου Ζούδιαρη
- Γιώργος Ανδρέου: «Γέλα πουλί μου, γέλα», του Χρήστου Α. Μιχαήλ
- «Δύο δίδυμοι που έχουν πολύ πλάκα!», του Οδυσσέα Ιωάννου
- Πόσο γεμάτο είναι ένα άδειο δωμάτιο; του Αντώνη Περιβολάκη
- Νέοι τραγουδοποιοί για τους αδελφούς Κατσιμίχα
- Η δισκογραφία των Κατσιμίχα, του Θανάση Συλιβού

"Αύριο σκορπίζουμε..."



Το βίντεο έχει και το τραγούδι και το ορχηστρικό μαζί, όπως πρέπει, από το κανάλι ensimon του youtube. Καλά και άγια τα ζεϊμπέκικα, αλλά απ' τη μελαγχολία τούτη δεν υπάρχει τίποτε δυνατότερο. Δεν έχει αναλύσεις και συναίσθημα απόψε. Πόσο τρομακτική είναι στ' αλήθεια η νεκρόφιλη ταχύτητα του διαδικτύου. Κι όμως, ένα βίντεο αρκεί, δυο-τρεις στίχοι, δυο-τρεις μελωδίες, και συννενοηθήκαμε. Τι να τις κάνεις τις καλλιτεχνικές αναφορές και τις δισκογραφίες; Τι να τα κάνεις τα εργολαβικά obituaries; Σάμπως είναι ο ερμηνευτής Μητροπάνος που φεύγει; Αυτός θα μείνει, ούτε κουβέντα. Τόσοι δίσκοι, τόσες κρυμμένες στροφές, τόσες μεγάλες επιτυχίες. Δεν φεύγει αυτός.

Αυτός που φεύγει σήμερα χωρίς επιστροφή είναι ένας ολόκληρος ανθρώπινος ιδεότυπος, που στον Μητροπάνο βρήκε τη χαρακτηριστική του έκφραση. Ο τύπος του ανθρώπου που ήξερε να χορεύει ζεϊμπέκικο με τα πόδια κάτω, σαν τον Τσαρούχη πριν απ' αυτόν, χωρίς μπαλέτα και πιρουέτες. Αυτός φεύγει σήμερα: ο σεμνός, μελαγχολικός, λαϊκός, ευγενής, επαναστατημένος μα και μετρημένος άνθρωπος. Φεύγει γιατί έφυγε και η εποχή που τον γέννησε, η Ελλάδα για την οποία δεν διαβάσαμε ποτέ ούτε μία αράδα στο σχολείο, παρά μόνο ξεθάψαμε κατόπιν εορτής με κόπο και με λαχτάρα. Και είναι αυτή η απώλεια που βαραίνει απόψε. Όχι η απώλεια του καλλιτέχνη Μητροπάνου, μα περισσότερο της ανθρώπινης φιγούρας του, της υπόνοιας ότι υπήρχε κι άλλος τρόπος να μιλάς και να χορεύεις, να κοιτάζεις και να στέκεσαι, να ζεις. Είναι αυτή η απώλεια που βαραίνει, η απώλεια της γενιάς και της χώρας που σε γέννησε, η αβάσταχτη ορφάνια σου, η γύμνια σου που δεν μπαλώνεται με καμία νεκρολογία και με κανένα ρεφραίν. ηρ.οικ.

Τρίτη 17 Απριλίου 2012

Λεύγα, τεύχος 6




19.994 λεύγες υπό τη θάλασσα, αρκετά κοντά ακόμα στον βυθό της λογικής, όχι πολύ μακριά όμως από την επιφάνεια του ρεαλισμού.
Επιχειρηματικότητα παντού, δεξιά, αριστερά, στο κέντρο – ακόμα και στην καρδιά της επισφάλειας ή της ανεργίας. Φαντάσματα του χτες σε αγγίζουν σήμερα με «καθαρά χέρια»• οι απεργίες πλατειάζουν, οι πλατείες απεργούν, ενώ οι φάμπρικες χάνονται από γύρω σου για να επανακάμψουν μέσα σου. Το έθνος πάει να γίνει η τάξη των ημερών, αλλά εσύ δεν παύεις ν’ αναζητάς την εθνικότητά σου στην τάξη σου. Οι ιστορικοί περιπλανώνται στον χρόνο, αγνοώντας ότι ο χρόνος λατρεύει να παραπλανά τους ιστορικούς. Ένας σκηνοθέτης φεύγει, ενώ η σκηνοθεσία του παραμένει άθικτη, για καλό ή για κακό. Ένας άλλος σκηνοθέτης συνεχίζει να μετρά αμαρτήματα προς θάνατο, και οι γνωστοί άγνωστοι γραφιάδες μιλούν επιτέλους για τον έντυπο εαυτό τους. Έλληνες και φιλέλληνες διχάζονται. Η ιδιώτευση περνά στη σφαίρα του φανταστικού παρόντος – φονεύοντας το πραγματικό παρελθόν της. Οι Ηγεμόνες χαίρονται την άνοιξη, αλλά οι Διάβολοι και οι Τρελοί χοροπηδάνε όλο τον χρόνο.

Κυριακή 15 Απριλίου 2012

Συνέντευξη του Μίμη Χρυσομάλλη στον Σωτήρη Κακίση









ΜΙΜΗΣ ΧΡΥΣΟΜΑΛΛΗΣ:

«Σήμερα, οι εγωισμοί έχουν πολύ πληθύνει»...


Του ΣΩΤΗΡΗ ΚΑΚΙΣΗ

Είναι πάντα με χαμηλόφωνο και διακριτικό, με ουσιαστικότατο τρόπο στο προσκήνιο. Συμπληρώνει φέτος σαράντα χρόνια επί σκηνής ο γλυκός Μίμης Χρυσομάλλης: από Σαίξπηρ μια φορά κι έναν καιρό, στον Πίντερ ξαφνικά του χρόνου, από την επιθεώρηση στο δράμα, από την αρχαία κωμωδία στην πιο μοντέρνα πρόζα, από τις μπουάτ της Πλάκας στην Επίδαυρο, ο εξαίρετος αυτός ηθοποιός δεν νιώθει πως αλλάζει κάθε φορά τρόπο, ψυχή. Είναι έτοιμος, πάλι, λέει, όπου ζητηθεί, ένα ακόμη όνειρο να υπηρετήσει όσο γίνεται πιο εύστοχα, όσο γίνεται πιο αληθινά. Ας είναι το φρόνημα των περισσότερων ανθρώπων γύρω μας εντελώς άλλο πια, ας νοιάζεται ο κόσμος για τα λεφτά και τις ψυχρές εξουσίες. Ο μέσα κόσμος πάντα θα παραμονεύει, πάντα, μέσω της ζωής και της πραγματικής τέχνης, θα ξαναϋψώνει τις αρχές και σωτήριες σημασίες του.



-Δεν με βρίσκετε έτοιμο για πολλά, νομίζω. Δεν είμαι σε φόρμα, δεν έχω κάτι το πολύ ενδιαφέρον να σας πω, να σας εντυπωσιάσω…
-Έτσι, αν θυμάμαι καλά, λέτε, κύριε Χρυσομάλλη, κάθε φορά που σας ζητάω συνέντευξη. Ενώ, εν τω μεταξύ, έχετε κάνει ένα σωρό πράγματα. Και στο θέατρο προπαντός, αλλά και στο σινεμά, από το «Βαρύ Πεπόνι» και την «Άρπα-Κόλλα» μια φορά κι έναν καιρό, ως το «SAFE SEX» τελευταία.
-Κι όμως, επιμένω: δεν έχω τι να σας πω. Μιλάει κανείς όταν έχει κάτι να πει. Άμα δεν έχει, άμα δεν έχεις τι να πεις, γιατί να τυραννάς τον κόσμο, γιατί να πιάνεις τον τόπο κάποιου άλλου; Έτσι δεν είναι;
-Μα πάλι ταινία δεν ξανακάνετε; Πάλι στο θέατρο το φθινόπωρο δεν θα σας ξαναδούμε;
-Ναι. Αλλά δεν μου φαίνεται πως έχω τίποτα σημαντικό να σας δηλώσω. Μια καινούργια ανακάλυψη, ας πούμε. Που με τον ενθουσιασμό της θα 'ρχιζα να μιλάω και δεν θα μπορούσα μετά να βάλω γλώσσα μέσα. Αλλιώς…
-Αλλιώς, τι; Πώς περνάνε οι άνθρωποι χωρίς ανακαλύψεις, χωρίς ενθουσιασμούς;
-Με τη μανιέρα της καθημερινότητας, πώς αλλιώς; Σηκώνεσαι το πρωί, αγοράζεις την εφημερίδα σου, γυρνάς μια βόλτα στο τετράγωνο, διαβάζεις λίγο όρθιος. Μετά, στρίβεις λίγο, πας και προς τα 'κεί, κάθεσαι λίγο στο "Φίλιον"...
-Στο ιστορικό κάποτε «Ντόλτσε»...
-Και μόνο καινούργιες ταμπέλες ξεπροβάλλουν μπροστά σου. Παρακολουθείς τα μαγαζιά που κλείνουνε, τα μαγαζιά που ανοίγουνε, ­"Απ", λες: "Δεν το 'χε πάρει το μάτι μου αυτό".
-Αλλάζουνε, άρα, τα πράγματα, έστω και «ανεπαισθήτως»; Οι ταμπέλες μας;
-Με ρωτάτε τώρα αν κι εγώ έχω αλλάξει ταμπέλα; Τι να σας πω, δεν τα 'χουμε ξαναπεί; Ο ηθοποιός δεν ελέγχει τα μέσα παραγωγής, το ξέρετε. Ο ηθοποιός είναι για όπου θα ζητηθεί. Και το μόνο που πρέπει να κάνει είναι να είναι έτοιμος. Πάντα έτοιμος.
-Μην πούμε κι εμείς εδώ το άλλο Καβαφικόν «σαν από καιρό», την έκφραση που της έχουνε δώσει να καταλάβει όλοι οι αθλητικοί σπορτκάστερς...
-Τα είδη, θέλω να πω, δεν έχουνε σημασία. Ούτε μ' ενδιαφέρουνε, τελικά. Δράμα, κωμωδία, επιθεώρηση...
-Θέατρο, σινεμά, τηλεόραση...
-Να οι ταμπέλες που δεν θα 'πρεπε να υπάρχουν. Όχι για μένα μόνο, για όλους μας. Κι όταν υπάρχουν, να τις ξεχνάμε αμέσως πρέπει. Το έτοιμος φτάνει για μας: έτοιμοι να τα παίξουμε όλα, όλα τα είδη ανεξαιρέτως. Μπορεί να μην είσαι το ίδιο αποτελεσματικός σε όλα, αλλά αυτή είναι η πεμπτουσία της δουλειάς μας. Έσο έτοιμος όπου ζητηθείς. Εγώ, λοιπόν, ποτέ δεν έβαλα κανένα πλάνο, "Θα παίζω μόνο μοντέρνο ρεπερτόριο", ή "Θα παίζω μόνο φάρσες ή επιθεώρηση". Όλα τα είδη τα έχω παίξει, όλα τα είδη τα υπηρέτησα μπορώ να πω. Αν σκεφτείτε πως έφτασα και μέχρι την Επίδαυρο, αντιλαμβάνεστε τι άλματα έχω κάνει...
-Αυτό το άλμα τα τελευταία χρόνια περιέχει πολλές εκπλήξεις!
-Μην το συζητήσουμε, εντάξει. Γεγονός είναι πως, αυτό που είπατε στην αρχή, από το "Βαρύ Πεπόνι" στο "SAFE SEX", εμένα δεν μου λέει τίποτα. Δεν θίγει την επαγγελματικότητά μου, ας πούμε.
-Δεν το είπα κι έτσι, άλλωστε.
-Το "Βαρύ Πεπόνι" ήταν τότε, το '75 νομίζω, μια ρεαλιστική ταινία με κάποιο αντίκρυσμα στον κόσμο, το 2000 όμως μια φάρσα σαν το "SAFE SEX" πιπεράτη και ζουμερή, με μια παρέα συναδέλφων αγαπημένων μου και ταλαντούχων, είχε για μένα πολύ ενδιαφέρον επίσης. Εξάλλου, το ίδιο έχει συμβεί και στο θέατρο, δεν έχει;


(Κατερίνα Γώγου - Μίμης Χρυσομάλλης)


-Είπαμε: από το «Ελεύθερο Θέατρο» στην Επίδαυρο.
-Δράματα, κωμωδίες, επιθεωρήσεις, ελληνικό ρεπερτόριο με έργα εξαιρετικά σημαντικά, "Δάφνες και Πικροδάφνες", "Μάνα, Μητέρα, Μαμά", παραστάσεις τρομερές, υπέροχες.
-Καταλάβαμε: τα 'χετε πια κάνει όλα. Πείτε μας, λοιπόν, αυτό το «έτοιμος» πώς γίνεται, πώς το πετυχαίνετε πάντα; Χρειάζεται αδιάκοπη ψυχική προετοιμασία όλη αυτή η ιστορία;
-Προφανώς. Χρειάζεται, ομολογώ, και διάθεση ψυχική και σωματική ετοιμότητα, και καλλιέργεια αδιάκοπη των δυνατοτήτων σου, και, και, και. Και το υλικό που έχεις για ξόδεμα πρέπει να είναι πάντα πρόχειρο, πάντα διαθέσιμο. Τη συσσώρευση των πραγμάτων μέσα σου πρέπει να μπορείς να τη διευθετείς όσο το δυνατόν καλύτερα με την κάθε ευκαιρία. Εύκολο νομίζετε πως είναι αυτό; Αλλά εμένα πια με σώζει κι η εμπειρία μου. Σαράντα χρόνια είν' αυτά. Μην ξεχνάτε πως βγήκα το '61...
-Ως παιδί-θαύμα;
-Εσείς λέτε για πιο πριν ακόμα, για το τραγούδι. Για το θέατρο λέω εγώ: τη Σχολή μου την τέλειωσα το '61. Μην πιάσουμε κι από το '53, '54, μη μετρήσουμε κι από 'κει πέρα ξαφνικά! Θέλω να πω, δηλαδή, πως παίζει ρόλο μεγάλο και το παρελθόν. Από την αρχή που έτρεχα με κάποια μικρά σχήματα, καλή ώρα σαν τα σημερινά, σε κάτι μπουάτ της εποχής με τον Γιώργο τον Εμιρζά κάπου στην Πλάκα, με κάτι παράξενα μονόπρακτα, από τότε.
-Με τον ενθουσιασμό, που λέγαμε. Με τον έρωτα για τον ...έρωτα.
-Με το πάθος! Με τη φιλοδοξία τού να μπεις κι εσύ σ' αυτό το χώρο, μ' ό,τι έχεις να δώσεις. Αλλά το πρόβλημα δεν είναι τι έχεις. Το πρόβλημα είναι ποιος σου ζητάει αυτό που έχεις. Ποιος είναι σε θέση να καταλάβει τις δυνατότητές σου, να σε χρησιμοποιήσει σωστά.
-Αιώνιο θέμα αυτό, για όλους μας.
-Πιστεύω, πάντως, πως τότε ήταν λίγο πιο εύκολα τα πράγματα για ένα νέο ηθοποιό. Γιατί ήσαν και πολύ πιο λίγοι οι ηθοποιοί.
-Τώρα κοντεύουμε να 'μαστε ...όλοι ηθοποιοί. Και τα δέκα εκατομμύρια ξαφνικά!
-Κάτι έχει αλλάξει από τότε. Και στην ουσία, αλλά και τεχνικά. Μόνο το γεγονός ότι τα θεατρικά έργα της εποχής είχανε πολλά πρόσωπα επί σκηνής, θα αρκούσε για να κάνει τη διαφορά. Τα έργα τότε δεν ήσαν για τέσσερα, τρία, δύο πρόσωπα, μονόλογο ο ένας, αναλόγιο ο άλλος... Σήμερα, κι ένα μικρό διήγημα το πιάνει και το κάνει ο άλλος θέατρο, μια τρέλα κανονική. Τότε, δεν υπήρχανε τέτοια. Γι' αυτό βρίσκαμε και δουλειά σχετικά εύκολα οι νέοι ηθοποιοί. Θυμάμαι μόλις είχα απολυθεί, πρωτόπαιξα στο Κρατικό Βορείου Ελλάδος, στη "Στρίγγλα που Έγινε Αρνάκι": Σαράντα πρόσωπα! Κάπου ζητιέσαι, λοιπόν.
-Ουσιαστικά εννοείτε, όχι για το ...θεαθήναι.
-Ναι. Μετά, κατεβαίνω στην Αθήνα, πάω στον Αλεξανδράκη, "Έγκλημα και Τιμωρία": άλλα σαράντα πρόσωπα. Μας ψάχνανε. Όχι σαν τώρα, που γίνεται οντισιόν και παρουσιάζονται πεντακόσια παιδιά για να πάρουνε δύο! Έλεγε τότε ο Σωτήρης, "­ Ξέρω ένα φιλαράκι, μωρέ, που μπορεί να μας κάνει. Δεν του λέμε;". Να πας, να πεις δυο λεξούλες, να σε δούνε, να σε πάρει κι ένας άλλος μετά να παίξεις κάναν αστυφύλακα...
-Δεν πολυ-θέλανε κιόλας οι άνθρωποι να βγούνε στο κλαρί τότε. Ενώ, σήμερα...
-Όχι, και τότε θέλαμε. Τουλάχιστον όσοι το 'χαμε πια αποφασίσει το πράγμα. Αλλά, ναι, οντισιόν και τέτοια δεν υπήρχανε. Αυτή η μάλλον προσβλητική υπόθεση, να μπαίνουν στην αράδα οκτακόσια άτομα και να 'ναι οι άλλοι από κάτω και να λένε, "Κάνε μας έτσι. Γύρνα κι από πίσω λίγο. Κάνε τα μάτια σου προς τα πάνω, ξύσε τ' αυτί σου. Γονάτισε"... Τότε ζητούσανε ηθοποιούς. Για κάθε ρόλο. Και βρίσκαμε δουλειά όλοι, για πολλά χρόνια. Η μεγάλη αλλαγή του ρεπερτορίου τ' άλλαξε τα πράγματα. Τώρα, υπάρχει πρόβλημα. Με τα έργα των ελάχιστων προσώπων. Γιατί, με τη Μεταπολίτευση άρχισαν οι ηθοποιοί να διεκδικούν κάποια πράγματα.
-Να συνδικαλίζεστε.
-Ένα καλύτερο μισθολόγιο και κάποιες καλύτερες συνθήκες. Να μας πληρώνουνε και τις πρόβες. Κάτι αδιανόητο παλιά. Τρεις μήνες πάλευες εκεί, αφιλοκερδώς! Σου δίνανε πέντε δεκάρες μετά, δεν σου κολλάγανε κι ένσημα, δεν τους κόστιζες σχεδόν τίποτα. Πληρωνόντουσαν δυο-τρεις πρωταγωνιστές, κι οι άλλοι όλοι ήσαν στο "Ζήσε, Μάη μου, να φας τριφύλλι". Ασκέρι κανονικό. Κι όταν άλλαξαν οι καταστάσεις, τους πρώτους που σκεφτήκανε να κόψουνε ήσαν οι ηθοποιοί. Λες κι αυτό ήταν το πιο άχρηστο έξοδο. Τα σκηνικά-σκηνικά, αλλά οι ηθοποιοί αν ήταν να λείπουνε και τελείως, καλά θα 'τανε!
-Και να 'μαστε με την εσωστρέφεια ...προσωποποιημένη!
-Ακριβώς. Πέσαμε και πάνω στην εποχή του Παραλόγου, και θεατρικά και ...κοινωνικά, και μείναμε να...







-Περιμένετε τον Γκοντό;
-Βοήθησε κι ο Μπέκετ δηλαδή στη μεταστροφή τη δραματική αυτή.
-Πίντερ έχετε παίξει, τώρα που το 'φερε η συζήτηση;
-Δεν έχω, αλλά είναι να παίξω φέτος.
-Σαν στημένη μοιάζει τώρα αυτή η ερώτηση, αλλά μόνο εγώ ...δεν ξέρω πώς μου 'ρθε. Τι θα παίξετε πάντως;
-Θα παίξω με τον Γιώργο τον Μιχαλακόπουλο και τον Γιάννη τον Θωμά τον "Επιστάτη".
-Που τον είδαμε τότε στο Τέχνης, με Καρακατσάνη, Χαραλάμπους... Χτύπησα φλέβα, δηλαδή. Αλλά κι ο κόσμος ολόκληρος δεν έχει αλλάξει πολύ πια; Δεν είναι μόνο του θεάτρου η ιστορία ...μεταλλαγμένη τελείως.
-Ε, μαζί δεν πάνε αυτά; Ποιος μπορεί να πει; Μπορεί να 'ναι προς το καλύτερο, μπορεί να 'ναι και προς το χειρότερο. Άμα είσαι μέσα, άμα ζεις κι εσύ, δεν ξέρεις τι ακριβώς γίνεται, τι ακριβώς έχει γίνει.
-Αισθάνεστε λίγο εξόριστος κι εσείς, από άλλη εποχή εδώ;
-Όχι. Εξόριστος δεν μπορώ να πω πως αισθάνομαι. Αλλά οι αλλαγές είναι αλλαγές. Και το χειρότερο είναι, αυτό που βλέπω εγώ χωρίς να είμαι κοινωνιολόγος, πως οι άνθρωποι έχουνε πια στη ζωή τους άλλες προτεραιότητες. Αυτό κάνει τη μεγάλη διαφορά. Οι προτεραιότητές τους πια δεν είναι μεγάλης πνοής, μικρής σημασίας είναι: το κυνήγι της καριέρας. Ο πόλεμος για τα λεφτά, για το χρήμα. Η αγωνία τού να είσαι κάποιος.
-Εξουσία και κάποιος... Όχι στην τέχνη σου, στη δουλειά σου μάστορας ονομαστός;
-Αυτό εννοώ. Προτεραιότητες χωρίς φρόνημα υψηλό. Δεν μοιάζουν να θέλουν οι άνθρωποι πια να γίνουν κάτι πραγματικά σημαντικό στη ζωή τους. Τους αρκεί να είναι "κάποιοι", με οποιαδήποτε μορφή εξουσίας τους προσφέρεται αυτό. Αυτή είναι η διαφορά.
-Αυτή, όμως, είναι διαφορά τεράστια.
-Δεν τους θαυμάζανε τόσο άκριτα όσο σήμερα οι άνθρωποι τους "πετυχημένους". Τους Μπιλ Γκέιτς ας πούμε. Άλλα ήσαν ως επί το πλείστον τα πρότυπα παλιά.
-Αλλά τον Ωνάση τον θαυμάζανε οι Έλληνες πάντα…
-Ναι, αλλά εδώ μέτραγε και το "δικός μας". Είχαμε όμως μες στη φαντασία μας και κάποια μυθικά πρόσωπα αλλιώς πετυχημένα: από τον Παστέρ ως τον Σερ Λώρενς Ολίβιε.
-Μέχρι κι οι πλούσιοι πιο ρομαντικοί μοιάζανε τότε: ο Ωνάσης π.χ., σαν να τα 'θελε τα λεφτά για να τα καταφρονήσει, για να τα εξευτελίσει κατά κάποιον τρόπο...
-Ας πούμε. Τώρα πάντως, βλέπεις πως τόσος κόσμος, σε μικρογραφία έστω, έχει επιδιώξεις τόσο επιφανειακές, τόσο μονοδιάστατες. Κι όλοι θέλουν να "γίνουν" σε πάρα πολύ σύντομους χρόνους, ει δυνατόν αύριο. Έχει μπει μέσα στο κεφάλι τους το πράγμα αυτό. Όχι πως δεν υπήρχε και παλιότερα η επιθυμία τού κάθε ανθρώπου να πετύχει, να γίνει κάτι. Αλλά ζώντας σε μικροαστικούς χώρους, με μικροαστικά όνειρα, η προσπάθεια για την επιτυχία εμπεριείχε κι έναν ρομαντισμό. Τώρα είναι ψυχρά τα πράγματα: Επιτυχία σημαίνει μόνο εξουσία, δύναμη.
-Να είσαι «από πάνω».
-Εγώ βλέπω μεγάλες αλλαγές και στη θεατρική ψυχαγωγία. Ενώ ψυχαγωγία σημαίνει και τραγωδία και κωμωδία και Ίψεν και τα πάντα, τώρα το κοινό σαν να 'χει μετατοπιστεί κατά το μεγαλύτερό του μέρος στο εύκολο και στο χαβαλετζίδικο, στο ανώδυνο. Βέβαια, το θέατρο όλα τα μασάει, και μπορεί να μιλάμε μόνο για μια κακή παρένθεση. Αλλά τώρα έτσι είναι τα πράγματα. Ουρές σήμερα ο κόσμος εκεί κάνει.







-Τους μπερδεύουν και τα φωτεινά ονόματα, οι φίρμες της τηλεόρασης πια.
-Και παλιά κάπως γινότανε αυτό με τον κινηματογράφο. Τώρα είναι πια πολύ έντονο, γιατί η τηλεόραση έχει αλλοτριώσει σε μέγιστο βαθμό το καθετί. Διαλέγει ο κόσμος ηθοποιούς σταρ της TV, αλλά και τα εύκολα έργα, ό,τι το πιο εύπεπτο.
-Φταίει κι η τρομερή πίεση της καθημερινότητάς μας, φαντάζομαι. Άντε να δεις, λένε, Γκόγκολ ή δεν ξέρω κι εγώ τι, ύστερα από μια τόσο δύσκολη μέρα...
-Είναι όλοι σ' ένα ωράριο αδιανόητο. Από μικρά παιδιά, από το δημοτικό, από το νηπιαγωγείο οι άνθρωποι.
-Ελεύθερο θέατρο θα μπορούσε να ξαναϋπάρξει σήμερα;
-Υπάρχουν ένα σωρό ομάδες κι ομαδίτσες θεατρικές και σήμερα. Το 'παμε.
-Μοιάζουν με το Ελεύθερο Θέατρο όμως;
-Όχι. Γιατί υπάρχει άλλη ιδεολογία πίσω τους τώρα. Τότε υπήρχε και πολιτική ιδεολογία κατ' αρχήν. Που σήμερα δεν ξέρω αν υπάρχει ή τι μορφής είναι πια. Ύστερα, τότε υπήρχε τελείως άλλη αντίληψη για την παραγωγή. Χωρίς εργοδοσία, σκηνοθέτη κ.λπ. Αλλά, προπαντός, τότε υπήρχε ακόμα κι η γενναιοδωρία του καθενός να εισχωρεί μέσα στον άλλον, να συνεργάζεται ουσιαστικά ο ένας με τον άλλον. Αυτά ήταν πολύ βασικά πράγματα. Και, το κυριότερο, ήταν ο σύνδεσμος ο ψυχικός που υπήρχε ανάμεσά τους, να τους δένει. Σήμερα, οι εγωισμοί έχουν κατά πολύ πληθύνει. Έχουν κατακυριεύσει τον κόσμο.
ΠΗΓΗ: ΤΑ ΝέΑ, ΠΡόΣΩΠΑ, ΣάΒΒΑΤΟ 7 ΙΟΥΛίΟΥ 2001




(Μίμης Χρυσομάλλης, Ελένη Κρίτα, Σωτήρης Κακίσης
φωτο: Αρχείο Σωτήρη Κακίση)

Παρασκευή 13 Απριλίου 2012

Ποιός καϋμός μεγάλος




Ένα απρόβλεπτο, μεγάλο τραγούδι με τη φωνή της Κατερίνας Στανίση, σε στίχους Μάνου Ελευθερίου και μουσική Θανάση Πολυκανδριώτη, από το δίσκο «Όλα τα πράγματα αλλάζουν» του 1984. Καλό Πάσχα.



ΠΟΙΟΣ ΚΑΫΜΟΣ ΜΕΓΑΛΟΣ

Ποιος καϋμός μεγάλος μου χτυπάει την πόρτα;
Ποιος καϋμός μεγάλος μου χτυπάει την πόρτα;
Πες μου για ν’ ανάψω της αυλής τα φώτα.

Ποιος καϋμός μεγάλος μου χτυπάει την πόρτα;
Πες μου για ν’ ανάψω της αυλής τα φώτα.

Μόνο στ’ όνειρό μου έρχεσαι κοντά μου
Κι όταν ξημερώνει φεύγεις μακριά μου
Είπα να σου στείλω γράμμα συστημένο
Όμως θα τ’ ανοίξεις, ή θα πάει χαμένο;

Ποιος καϋμός μεγάλος μου χτυπάει την πόρτα;
Πες μου για ν’ ανάψω της αυλής τα φώτα.

Ποιος καϋμός μεγάλος μου κρατάει την τύχη;
Ποιος καϋμός μεγάλος μου κρατάει την τύχη;
Και δεν την αφήνει κάτι να πετύχει;

Ποιος καϋμός μεγάλος μου κρατάει την τύχη;
Και δεν την αφήνει κάτι να πετύχει;

Μόνο στ’ όνειρό μου έρχεσαι κοντά μου
Κι όταν ξημερώνει φεύγεις μακριά μου
Είπα να σου στείλω γράμμα συστημένο
Όμως θα τ’ ανοίξεις, ή θα πάει χαμένο;

Ποιος καϋμός μεγάλος μου χτυπάει την πόρτα;
Πες μου για ν’ ανάψω της αυλής τα φώτα.




Πέμπτη 12 Απριλίου 2012

Το βαθύ ΠΑΣΟΚ

Πηγαίνετε πίσω στα σχολικά σας χρόνια. Θυμάστε όταν η κυρία σας έπιασε να αντιγράφετε απ' το βιβλίο κάτω απ’ το θρανίο, ή απ’ το διπλανό σας; Θυμάστε την απογοήτευση που νοιώσατε όταν τιμωρηθήκατε μόνο εσείς, ενώ την ίδια στιγμή γύρω σας αντέγραφε η μισή τάξη; Θυμάστε που αναρωτηθήκατε «γιατί εγώ και όχι αυτοί;». Θυμάστε που είπατε μέσα σας ότι σημασία δεν έχει να κάνεις κάτι που πρέπει ή που δεν πρέπει, αλλά να μην είσαι ο μόνος που πιάνεται στη φάκα;
Το βαθύ ΠΑΣΟΚ πραγματώθηκε μέσω της ιδέας ότι μπορείς να κάνεις τα πάντα, αν τα κάνει κι ο διπλανός σου. Και μάλιστα, επειδή ακριβώς τα κάνει κι ο διπλανός σου, είσαι υπεράνω κριτικής αν τα κάνεις κι εσύ. Η κριτική μπορεί να ασκηθεί σε σένα μόνο αν ασκηθεί πρώτα σε όλους όσοι έχουν προηγηθεί. Έτσι, με βάση τη χαοτική αυτή αντίληψη, όλα επιτρέπονται, εφόσον όλοι τα κάνουν. Και εφόσον είναι ανήθικο να επισημάνεις την παράβαση αν δεν επισημάνεις και όλες τις υπόλοιπες παρεμφερείς παραβάσεις από τη σύσταση του ελληνικού κράτους και δώθε, καμία παράβαση δεν πρέπει να επισημαίνεται.


Ας δούμε ένα παράδειγμα: φοροδιαφεύγεις μαζικά. Δεν πειράζει, γιατί υπήρξαν κι άλλοι πριν από σένα που το έκαναν, και μάλλον θα υπάρξουν κι άλλοι που θα το κάνουν στο μέλλον. Είσαι υπεράνω κριτικής. Όποιος σκοπεύει να σου ασκήσει κριτική, θα πρέπει πρώτα να θίξει τους υπόλοιπους χιλιάδες που κάνουν το ίδιο. Αλλιώς, είναι ρατσιστής, φανατικός, κομπλεξικός και δογματικός, σε αντίθεση με τον δημοκρατικό, γαλήνιο και ανοιχτό συνομιλητή του. Προφανώς, είναι αδύνατον να προσδιορίσεις με ακρίβεια τους διαπράξαντες το συγκεκριμένο αδίκημα. Άρα, πρακτικά, ο καθένας μπορεί να κοιμάται ήσυχος: είναι υπεράνω κριτικής. Και όποιος τολμήσει να τον θίξει, διαπράττει το ντροπιαστικό αδίκημα της στοχοποίησης. Πώς μπορεί κάποιος να "στοχοποιεί" κάποιον - που έχει και ανάγκες, οικογένεια, παιδιά, και είναι και από λαϊκή γειτονιά, κλπ. - χωρίς να αναφέρει ονόματα και διευθύνσεις των υπολοίπων ενόχων;
Και αν τύχει και αυτός που διαπράττει το αδίκημα πιαστεί στη φάκα, η απάντηση είναι έτοιμη: "ε, και τι έγινε; Λύθηκαν δια μαγείας όλα μας τα προβλήματα;" Το αντεπιχείρημα του βαθέος ΠΑΣΟΚ δεν περιορίζεται μόνο στον προσδιορισμό του δράστη - όλοι είμαστε δράστες, άρα κανένας - αλλά και στην αξία εντοπισμού του. Δεν έχει καμία αξία, λοιπόν, ο εντοπισμός και η τιμωρία του παραβάτη, διότι την ίδια στιγμή άλλοι χιλιάδες διαπράττουν το ίδιο αδίκημα, και μάλιστα είναι πιθανό το αδίκημά τους να είναι μεγαλύτερο απ' αυτό του δράστη. Μπορεί, π.χ. το ύψος της δικής σου φοροδιαφυγής να είναι 300.000 ευρώ, ενώ ξέρουμε ότι κάποιοι μεγαλοκαρχαρίες φοροδιαφεύγουν κατά εκατομμύρια ευρώ. Και στο κάτω-κάτω, έχουμε κι άλλα προβλήματα: διαφθορά, ανεργία, μίζες... η φοροδιαφυγή του ενός μας μάρανε;
Αξίζει στο σημείο αυτό να σκύψουμε πάνω από το λόγο και τη λογική της συγκεκριμένης επιχειρηματολογίας. Σε καμία περίπτωση δεν εξισώνουμε τους φορείς των ακόλουθων απόψεων: άλλο ο εκ των σημαντικότερων εν ζωή ελλήνων ερμηνευτών, άλλο ο υπόδικος ποδοσφαιρικός μεγαλοπαράγοντας και άλλο το πολιτικό σύμβολο του «λαϊκού» ΠΑΣΟΚ και των «υποβρύχιων» μιζών. Τάσεις και επιχειρήματα παρατηρούμε, υπολήψεις δεν θίγουμε. Γι’ αυτό, ως και ανώνυμες τις μετατρέψαμε τις δηλώσεις για να μην υπάρχουν παράπονα. Ξεχάστε πρόσωπα, ξεχάστε ονόματα, και διαβάστε μόνο λέξεις:
"Τέλος κατά τ’ άλλα αφού υπάρχει μια δική μου εκκρεμοδικούσα διαφορά πενταετίας με ένα ποσόν 18 εκατ. περίπου το χρόνο από το ΣΔΟΕ, οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα, διαφθορά, διαπλοκή, εκβιασμοί, φοροδιαφυγή στην Ελλάδα τέλος! Τώρα μπορούμε να κοιμόμαστε ήσυχοι!"
"Αν θεωρούν πως το κατάντημα της Ελλάδας, το δημιούργησαν 5-10 παράγοντες, προπονητές, ποδοσφαιριστές και μάνατζερ, δεν ξέρω τι να πω. Έχω ένα σπίτι και δεν ξέρω αν έχω 1.000 ή 10.000 ευρώ, να τα διαθέσω υπέρ των προβλημάτων των Ελλήνων, αν νομίζουν ότι δημιουργήσαμε το έλλειμμα".
"Βεβαίως και υπήρξαν λάθη. Εξάλλου ουδείς αλάνθαστος".
Κοινός παρονομαστής των τριών δηλώσεων είναι ο ηθικός σχετικισμός τους. Οι ομιλούντες μας λένε: «έκανα πράγματι κάτι κακό, αλλά αυτό το κακό είναι μικρότερο σε σύγκριση με ένα άλλο κακό.». Του καλλιτέχνη ο σχετικισμός συγκρίνει κάμποσα εκατομμύρια δραχμές με τη διαφθορά και τη διαπλοκή στην Ελλάδα από συστάσεως κόσμου· φαντάζεστε ποιος κερδίζει. Του αθλητικού παράγοντα ο σχετικισμός συγκρίνει τα πεπραγμένα του με το δημόσιο έλλειμμα· ξέρουμε από τώρα τι είναι πιο βαρύ. Τέλος, στην περίπτωση του πολιτικού ΄και πρώην υπουργού, ο σχετικισμός λαμβάνει μία πλανητική διάσταση, που αφορά το σύνολο του ανθρώπινου γένους! Ε, και μπροστά στα λάθη της ανθρωπότητας ολάκερης, τι είναι 2-3 λάθη;
Ουσιαστικά, το βαθύ ΠΑΣΟΚ σηματοδοτεί το πέρασμα από το δίκαιο στο έθιμο, ή μάλλον από το γραπτό δίκαιο στο εθιμικό δίκαιο. Και το έθιμο στην περίπτωσή μας είναι η σιωπή. Οι κρίσεις επί του δικαίου απαγορεύονται· αν πεις κουβέντα, είναι «δύο μέτρα και δύο σταθμά», «δύο μέτρα και δύο σταθμά», «δύο μέτρα και δύο σταθμά». Κουραστήκατε; Μπα, περίεργο. Εγώ ξέρω άνθρωπο που μπορεί να λέει και να γράφει την ίδια ακριβώς πρόταση επί βδομάδες ολόκληρες. «Δύο μέτρα και δύο σταθμά». Η μόνη λύση για να αποφύγεις αυτήν τη βαριά κατηγορία είναι να σιωπήσεις. Γιατί αλλιώς θα πρέπει για κάθε υπουργό που υποψιάζεσαι για μίζα, να αναφέρεις άλλους δέκα χιλιάδες διατελέσαντες υπουργούς από το 1830 και δώθε. Ή αν θες να αναφερθείς σε τραγουδιστή, θα πρέπει πρώτα να μελετήσεις τη φορολογία των καλλιτεχνών στην αρχαία Ελλάδα, μην τυχόν και ξεχάσεις κανέναν που φοροδιέφευγε και τότε, και την πατήσεις εφαρμόζοντας «δύο μέτρα και δύο σταθμά».
Πολλοί θα αναρωτηθείτε: «μα μόνο το ΠΑΣΟΚ κυβέρνησε τούτη τη χώρα;» Μην παρασυρθείτε από την ορολογία! Το βαθύ ΠΑΣΟΚ δεν είναι κόμμα, είναι τρόπος σκέψης και τρόπος ζωής. Μάλιστα, ακόμα και η ΝΔ υπάγεται στο βαθύ ΠΑΣΟΚ, ακόμα και το ΛΑΟΣ, ακόμα και μεγάλο μέρος της Αριστεράς, και μην σας κάνει καμία εντύπωση αυτό. Γιατί η πραγματική δύναμη αυτού του ιδεολογικού - και όχι κομματικού! - μορφώματος είναι η δυνατότητά του να εξαναγκάζει τους υπόλοιπους να το ακολουθήσουν, να παίξουν με τους δικούς του όρους. Εντάξει, τουλάχιστον επί 8ετίας της Αλλαγής, ένα μέρος του βαθέος ΠΑΣΟΚ ψήφισε πράγματι ΠΑΣΟΚ. Αλλά μην περιορίζετε τον χρονικό και διανοητικό σας ορίζοντα! Το βαθύ ΠΑΣΟΚ είναι εγγεγραμμένο στο δοξασμένο ελληνικό DNA, πλάι σε 400 χρόνια τουρκοκρατίας, μπόλικες δεκαετίες ξενοκρατίας, μπατσοκρατίας και παπαδοκρατίας, και μερικά χρονάκια ασύλληπτου νεοπλουτισμού και ολυμπιακού πνεύματος. Και κατάφερε το τέλειο: να εξαρτάς την ψήφο σου από το πόσους συγγενείς θα διορίσεις στο δημόσιο με αυτήν.
Το χαρακτηριστικό του βαθέος ΠΑΣΟΚ που το κάνει να ξεχωρίζει από άλλες μορφές ηθικού σχετικισμού είναι η ιδιάζουσα επιθετικότητά του. Εδώ η υπεράσπιση του παρανομούντα και η εναντίωση στην κριτική προς αυτόν γίνεται με τρόπο αλανιάρικο και ξηγημένο, με ύφος «ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε;». Εδώ δεν χωράνε τακτ και προσχήματα, όταν θίγεται το είναι, η υπόσταση και η ουσία του εξαγριωμένου:
«για να δω τη μαγκιά σας», «για να δω την επαναστατικότητά σας», «τι έγινε ρε παιδιά;», «δεν θα αντιδράσετε;», «σας προκαλώ δημόσια», «επαναστάτες της φακής», «χρειάζεται να έχεις αρχ***@»,
και άλλα ωραία και άκρως δημοσιογραφικά συναντά κανείς σε κείμενα ηρωοποίησης της τσαμπουκαλεμένης μαγκιάς. Διότι το βαθύ ΠΑΣΟΚ δεν είναι αφράτο σκυλάκι του σαλονιού, είναι αγριάδα και μπρουτάλ κατάσταση. Και είναι και «λαϊκό»· και εφόσον είναι «λαϊκό», η κουβέντα σταματάει εδώ, διότι ως γνωστόν «ο μόνος θεσμός είναι ο λαός» όπως είχε πει και ο μεγάλος μας τιμονιέρης Ανδρέας Παπανδρέου. Είσαι «λαϊκός», είσαι OK.
Τέλος, το βαθύ ΠΑΣΟΚ τα θέλει όλα· και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο. Τι κι αν αρθρογραφούσαν οι καλλιτεχνικοί εκπρόσωποί του από το πρωί μέχρι το βράδυ υπέρ του καθεστώτος; Τι κι αν ξημεροβραδιάζονταν και φωτογραφίζονταν πλάι στον Υπουργό; Λεπτομέρειες. Ακόμα και τώρα, το βαθύ ΠΑΣΟΚ δεν θα πάει σπίτι του, παρά μόνο θα φροντίσει να γεμίσει τα μυαλά των απλών ανθρώπων με ακόμα περισσότερη χωματερή, με ακόμα περισσότερη θολούρα, με επιπλέον ιδεολογικά και αισθητικά ποντικοκούραδα. Από «σοσιαλισμό», τουλάχιστον, δεν θα μας ταΐσει άλλο· ευτυχώς μας τελείωσε. Όπως μας τελείωσε και η συγνώμη, η ιδέα ότι μπορεί κάποιος, κάποτε, να έκανε ένα έστω λάθος το οποίο καλό θα ήταν να αναγνωρίσει. Ως γνωστόν, το βαθύ ΠΑΣΟΚ είναι αλάνθαστο και η αμνησία παντοτινή.
ηρ.οικ.

Δευτέρα 9 Απριλίου 2012

Συνέντευξη με τον Νίκο Ζουρνή




Το τραγούδι "Το Μελτέμι" αφιερώνεται από τον Νίκο Ζουρνή και τα Μουσικά Προάστια στη μνήμη του Στέργιου Παπαστεργίου - Stepa.








Νίκος Ζουρνής:

«Η επέλαση των βαρβάρων είχε προβλεφθεί· είμαστε στο κρεσέντο τώρα»


τη συνέντευξη έλαβε ο Ηρακλής Οικονόμου


Με τον πρώτο του δίσκο «Χιλιόμετρα» συστήθηκε ως ένας νέος τραγουδοποιός με έντονες τις ερμηνευτικές επιρροές από τους κορυφαίους ομότεχνούς του κατά τη δεκαετία του ’90. Πρόσφατα κυκλοφόρησε ο δεύτερος προσωπικός δίσκος του με τίτλο «Όλα τα χρώματα του μπλε», όπου πλέον καθίσταται εμφανής μια λαϊκότροπη μουσική γραφή και μία αφοσίωση στον ποιητικό στίχο. Η συμμετοχή της Μαρίας Λούκα χαρίζει ένα ευπρόσδεκτο ερμηνευτικό εύρος στο έργο, το τραγούδι «Στον Πειραιά» είναι μακράν ένα από τα ωραιότερα της τρέχουσας δισκογραφίας, ενώ οι μελοποιήσεις δύο ποιημάτων του Μάνου Ελευθερίου έχουν λάβει ήδη ξεχωριστή θέση στην εργογραφία του ποιητή. Και επειδή τη νέα γενιά δεν χρειάζεται να την ευλογούμε αλλά να την ακούσουμε, αφήνουμε τις συστάσεις και περνάμε κατευθείαν στο ψητό: ο κύριος Νίκος Ζουρνής!
-----


Επάγγελμα: τραγουδοποιός. Τι σημαίνει ο όρος αυτός πλέον; Διατηρεί την αίγλη των δύο προηγούμενων δεκαετιών, ή συνιστά απλώς διαβατήριο για το ταμείο ανεργίας;
Νίκος Ζουρνής: Αν σκεφτώ ορθολογικά θα έλεγα ότι είναι μάλλον απίθανο να επιβιώσω από τη μουσική στη σημερινή εποχή. Από την άλλη δίνω χώρο στα πιθανά θαύματα και νομίζω ότι αξίζει να ζει κανείς για να πραγματώνει τις ευγενέστερες επιθυμίες του. Ο όρος τραγουδοποιός είναι θετικά, ευγενικά και ονειρικά φορτισμένος στο μυαλό μου. Όπως και να έχουν οι συνθήκες λοιπόν εγώ είμαι αποφασισμένος να τα δώσω όλα σε αυτό που ονομάζεται τραγουδοποιία. Αυτή είναι η αφετηρία και η βάση μου. Από εκεί και πέρα, ο Θεός να βάλει το χέρι του!     

Με άλλα λόγια, πόσο εύκολο είναι να αφοσιωθείτε στην τέχνη σας όταν η κοινωνία είναι αισθητικά κατακερματισμένη, χωρίς μεγάλες αφηγήσεις και κινήματα; Πόσο εύκολη είναι η «προσφορά» χωρίς «ζήτηση»;
Κατά την ταπεινή μου γνώμη, για να εξελίξει κανείς την τέχνη του (όποια και αν είναι αυτή) πρέπει να της αφοσιωθεί και να της δοθεί ολόψυχα. Διαφορετικά θα αναπαράγει και θα αναμασά τα ίδια και τα ίδια. Δε θα προχωράει παρακάτω. Τώρα σε ό,τι αφορά την κοινωνία μπορεί να μην έχει τους κραδασμούς και τις ιδεολογικές εμβαθύνσεις του παρελθόντος αλλά πάντα είναι εδώ, πάντα μπροστά μας και πάντα πυρακτωμένη. Βράζει ένα ποτάμι υπόγειο. Η ένταση που συσσωρεύεται μοιάζει εκρηκτική. Η εποχή αυτή και κάθε εποχή δίνει τα δικά της ερεθίσματα. Όλα είναι εδώ. Αρκεί να βρίσκεται κανείς μέσα στο γίγνεσθαι και μέσα στη δράση.

Σε σχέση με τις εντέχνως jazzy αναζητήσεις στον πρώτο σας δίσκο («Χιλιόμετρα», 2009), τα «Χρώματα του μπλε» παγιώνουν μία άλλη μουσική ταυτότητα, με έντονο το νεο-λαϊκό χρώμα των 1990s. Μουσικά διχασμένη προσωπικότητα; Ή η πυξίδα σας δείχνει …ανατολικοδυτικά πάνω στο χάρτη;
Ψάχνω να χαρτογραφήσω τα μουσικά μου στίγματα. Τα τελευταία χρόνια είχα σκύψει πιο σοβαρά στη λαϊκή και ρεμπέτικη μουσική κάτι που δε φαινόταν στα «Χιλιόμετρα» παρά μόνο αμυδρά. Λάτρεψα τα λεγόμενα προπολεμικά ρεμπέτικα της Αμερικής (που παίζονταν μόνο με κιθάρες) και προσπάθησα να τα προσεγγίσω. Η αλήθεια πάντως είναι ότι και η Ανατολή και η Δύση με θέλγουν εξίσου.

Στο νέο δίσκο σας συναντάμε τον Μάνο Ελευθερίου με δύο μελοποιημένα ποιήματα. Τι βρήκατε στις στιχουργικές αποσκευές του;
Εκπληρώθηκε ένα μεγάλο μου όνειρο με τη μελοποίηση των κειμένων του Μάνου Ελευθερίου. Έχω μελετήσει σχεδόν όλο του το έργο. Ποιητικό, στιχουργικό και πεζογραφικό. Η δύναμη του λόγου του είναι συγκλονιστική και η κάθε του λέξη μοιάζει στα μάτια μου με πυρωμένο σίδερο. Λόγω της μεγάλης μου αγάπης για το έργο του πήρα το θάρρος να βάλω μουσική σε δύο ποιήματα του.

Το ομώνυμο ποίημα του Ελευθερίου το ξετρυπώσατε, όπως διαβάζω στο ένθετο, από το blog «Μουσικά Προάστια». Ως διαχειριστής του, δηλώνω ευγνώμων και υπερήφανος! Γενικά, παρακολουθείτε το διαδικτυακό μουσικό μικρόκοσμο; Πώς σας φαίνεται ο «εκδημοκρατισμός» του πληκτρολογίου;
Πράγματι ανακάλυψα το ποίημα «Όλα τα χρώματα του μπλε» στο ιστολόγιό σας και αμέσως θέλησα να το μελοποιήσω. Ενημερώνομαι καθημερινά για τα μουσικά τεκταινόμενα  από το διαδίκτυο. Επιπλέον έχω βοηθηθεί πολύ από τη διαδικτυακή δημοσιογραφία. Ίσως είναι πιο άδολα τα πράγματα σε σχέση με τα υπόλοιπα ΜΜΕ. Υπάρχει ο χώρος για να προβάλλει κάποιος τη δουλειά του. Υπάρχει ο χώρος για τη διαφορετική άποψη. Θετικό το πρόσημο λοιπόν.





Ακούγοντας τα τραγούδια σας, εντόπισα καλοπροαίρετα μία ερμηνευτική συγγένεια με τον Σωκράτη Μάλαμα. Δημιουργική επιρροή, συνειδητή μίμηση, ή απλώς σύμπτωση;
Παρακολουθώ πολλά χρόνια την πορεία του Σωκράτη Μάλαμα και αναπόφευκτα με επηρέασε βαθιά. Σύμφωνα με μερικούς ακροατές με επηρέασε σε βαθμό κακουργήματος! Μίμηση ήταν στα εφηβικά  μου χρόνια. Πλέον προσπαθώ να βρω το δικό μου δρόμο αλλά με αργό ρυθμό και συνειδητά βήματα.

Αν δεν κάνω λάθος, ο Μάλαμας άνοιξε και τον πρώτο σας δισκογραφικό δρόμο. Τι αποκόμισε ένας εικοσάχρονος νέος δημιουργός, όπως εσείς την εποχή των «Χιλιομέτρων», από την επαφή μαζί του; Τι σας συμβούλεψε;
Να έχω γερό στομάχι και να κολυμπήσω ελεύθερα χωρίς να με καταπτοούν οι κριτικές και τα σχόλια. Όταν εκθέτεις τη δουλειά σου θα πρέπει να είσαι έτοιμος να ακούσεις το οτιδήποτε.

Στο πρώτο σας δίσκο μελοποιήσατε ένα απόσπασμα από το «Πρωινό Άστρο» του Γιάννη Ρίτσου. Στο ίδιο έργο έσκυψαν σχετικά πρόσφατα και ο Χρήστος Λεοντής, και ο Σαράντης Κασσάρας. Γιατί ο Ρίτσος; Και γιατί ο Ρίτσος του «Πρωινού Άστρου»;
Ήταν η πρώτη ποιητική συλλογή που διάβασα, δώρο των γονιών μου. Μου άρεσε πολύ το φως και η αισιοδοξία του ποιήματος. Ήμουνα γύρω στα δεκαέξι και μες στην αθωότητα και την άγνοιά μου είπα να δοκιμάσω να βάλω μία μουσική. Προέκυψε αυτό το αποτέλεσμα. Ευχαριστώ από καρδιάς την κυρία Έρη Ρίτσου που μας έδωσε γενναιόδωρα την δυνατότητα να το εκδώσουμε δισκογραφικά.

Ποια είναι η δική σας οπτική για την τρέχουσα συγκυρία στην Ελλάδα; «Μαζί τα φάγαμε» ή «η χούντα δεν τελείωσε το ’73»;
Στα μάτια μου οι πολιτικοί έχουν αποξενωθεί εντελώς από το γίγνεσθαι. Δεν έχουν ιδέα πως είναι η πραγματική ζωή. Κοινωνία και πολιτικοί αποτελούν δύο κόσμους που δεν τέμνονται πουθενά. Κρυμμένοι πίσω από μεγάλα γραφεία, υπερπολυτελή αυτοκίνητα, σπίτια-φρούρια είναι αδύνατον να λύσουν οποιοδήποτε πρόβλημα. Ανίκανοι, μέτριοι, ολίγιστοι, ξεχασμένοι σε έναν παράλληλο ψεύτικο κόσμο. Το μόνο που επιδιώκουν είναι να κατοχυρώσουν τη δική τους επιφάνεια. Η απάντηση στην κρίση δε θα δοθεί από τους σημερινούς πολιτικούς. Από την κοινωνία θα δοθεί.

Εν μέσω μιας εποχής παρακμής, εσείς πού στρέφεστε για να βρείτε φρέσκο αεράκι; Είναι τελικά η τέχνη το αντίδοτο στη βαρβαρότητα;
Και η τέχνη αποτελεί αντίδοτο (και περισσότερο η ποίηση) και η ιστορία. Όταν μελετάμε το παρελθόν βλέπουμε τις επαναλήψεις ενός ίδιου έργου με άλλα σκηνικά. Βλέπουμε πως στάθηκαν όρθιοι οι άνθρωποι σε παρόμοιες δύσκολες καταστάσεις. Δεν πρέπει να λιγοψυχήσουμε. Η «επέλαση των βαρβάρων» είχε προβλεφθεί από την ομώνυμη ταινία του Ντενί Αρκάν. Είμαστε στο κρεσέντο τώρα…

Αντιγράφω από τον «Πειραιά»: «Καράβια φεύγουν και γυρίζουν / κι εσύ στην ίδια διαδρομή». Η δική σας διαδρομή πού σας πήγε μέχρι σήμερα; Και πού θέλετε να σας βγάλει τελικά;
Θέλω να γυρίσουμε όλες τις γωνιές της Ελλάδας παίζοντας τα τραγούδια μας. Κάθε χωριό και κάθε μπαράκι. Να περπατήσουμε τη χώρα από άκρη σε άκρη! Είναι μια καλή αφορμή τα τραγούδια και για φανταστικά ταξίδια και για πραγματικά.