Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2019

Συνέντευξη με τον Δημήτρη Βεριώνη





Δημήτρης Βεριώνης:

«Η καρδιά μας χτυπάει, κι αυτό είναι το πιο σημαντικό»


Τη δεκαετία 2006-2016 έβαλε στις αποσκευές του τρεις δίσκους: «Το πιο όμορφο παράθυρο της πόλης», «Κάτω απ’ το ίδιο φεγγάρι», και «Το καλοκαίρι του άχυρου». Οι «Φωτογραφίες από τη Νάξο» είναι η περσινή σοδειά από τα καλοκαιρινά του ταξίδια - ένα απόλυτα βιωματικό έργο με αφετηρία μια ερωτική απογοήτευση και τερματισμό 15 τραγούδια μιας αθωότητας από τα παλιά. Στα χρόνια της πόζας και της σύγχυσης, τα τραγούδια του υπενθυμίζουν ότι το ερωτικό σμίξιμο, το συναίσθημα και το δόσιμο είναι ανάγκη και προϋπόθεση της ευτυχίας. Ο Δημήτρης Βεριώνης!


τη συνέντευξη έλαβε ο Ηρακλής Οικονόμου
(δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ, τ. 69-70, Ιανουάριος-Μάρτιος 2019)


Θα μου επιτρέψετε η κουβέντα μας να κινηθεί με μπούσουλα κάποιους στίχους σας. Για αρχή: «Φωτογραφίες από τη Νάξο, το πρόσωπό της όπου κοιτάξω». Η Νάξος φιλοξένησε απλά την ερωτική ιστορία σας, ή σημαίνει και κάτι παραπάνω ως τόπος για σας;

Η Νάξος αποτελεί το φόντο της ερωτικής ιστορίας που περιγράφεται στον δίσκο «Φωτογραφίες από Τη Νάξο» και που απλώνεται στα 16 κομμάτια του. Ωστόσο, δεν είναι απλά ένα φόντο, καθώς έχω βιωματική σχέση με το νησί, πηγαίνω εκεί από 16 χρονών. Αλλά και στον προηγούμενο δίσκο μου, «Το Καλοκαίρι Του Άχυρου», υπήρχαν κομμάτια που είχανε ως σημείο αναφοράς τη Νάξο, όπως το ομότιτλο, το οποίο και αναφερόταν στο πρώτο μου καλοκαίρι εκεί, το 1988. Η Νάξος παραμένει αγαπημένος τόπος για εμένα κι ανυπομονώ να ξαναπάω. Μακάρι να συνοδευτεί και από κάποια συναυλία, θα ήταν το ιδανικό!

«Κι όταν τα μάτια ανοίξεις, τα καλοκαίρια ξυπνάνε». Το καλοκαίρι λειτουργεί ως σκηνικό σε ένα μεγάλο μέρος των τραγουδιών σας. Ποιες μνήμες σας έρχονται αυθόρμητα; Και προς τα πού κάθεται η μπίλια, στην ξεγνοιασιά ή την αναπόληση;

Ναι, είναι έτσι ακριβώς, το καλοκαίρι υπάρχει συνέχεια στο μυαλό μου. Δεν ξέρω, ίσως είναι η αίσθηση της ελευθερίας που έχουμε τότε, η επαφή μας με τη φύση που είναι πιο άμεση, οι μέρες του που είναι μεγάλες και φωτεινές. Το καλοκαίρι θα το παρομοίαζα με τα νιάτα της ζωής ή μια παρατεινόμενη εφηβεία. Έχω αυτή την αίσθηση, ιδιαίτερα για τους πρώτους δύο μήνες του καλοκαιριού. Συχνά λέω πώς θα ήθελα να έκανα ένα γκρουπ με το όνομα «Καλοκαιριστές»! Οι μνήμες συνδέονται και με την ξεγνοιασιά και ανήκω στους ανθρώπους που αγαπάνε την αναπόληση - όχι ότι αγνοώ το σήμερα, αλλά επειδή αντιμετωπίζω τη ζωή ως ένα συνεχές και όχι ως διακεκομμένα ή αυτοτελή επεισόδια. Το χθες υπάρχει μέσα μας, μας έχει διαμορφώσει. Το σήμερα είναι μάλλον ένα τυχαίο σημείο της διαδρομής από το χθες στο αύριο, στηρίζεται στο χθες και προσδοκά το αύριο. Σκεπτόμενος τη Νάξο, μέσα στο μυαλό μου υπάρχουν ακόμα τα καλαμόσπιτα στην Αγία Άννα μιας άλλης εποχής, οι παρέες απ’ όλη την Ευρώπη, οι έρωτες των καλοκαιριών, οι μακρινές βόλτες σε όλο το νησί, όλοι οι κρυμμένοι «θησαυροί» του νησιού, όπως οι πύργοι, η ιδιαίτερη φύση του. Αλλά και άλλοι αγαπημένοι καλοκαιρινοί προορισμοί όπως τα Κύθηρα ή το Ποτάμι στη Νότια Εύβοια παραμένουν στο μυαλό μου και περιμένω να επιστρέψω σε αυτούς, με την πρώτη ευκαιρία.






«Κάθε λέξη που ’ταν βάλσαμο, μία-μία την πληρώνω». Έχει τίμημα τελικά η τέχνη; Μπορείς να κάνεις τέχνη χωρίς να πληρώσεις; Και άραγε θα θυσιάζατε τα τραγούδια σας εάν κάποιος σας γλίτωνε από την πληρωμή;

Σαφώς και έχει τίμημα η Τέχνη: την αγωνία να δημιουργήσεις, να μεταφέρεις όσα σκέφτεσαι και να τα επικοινωνήσεις. Η ολοκλήρωση ενός δίσκου είναι μια μακρόχρονη, επίπονη, χρονοβόρα και κοστοβόρα διαδικασία. Έως και μάταιη, μπορώ να πω – ή τουλάχιστον αυτό σκέφτομαι κάθε φορά που πέφτει λίγο το …ηθικό. Ας πούμε λοιπόν τα πράγματα με το όνομά τους: ο δίσκος δεν καλύπτει ποτέ τα έξοδά του, η συντριπτική πλειοψηφία των ΜΜΕ θα σε αγνοήσει παραδειγματικά (με την εξαίρεση της ΕΡΤ, του ιντερνετικού ραδιοφώνου και κάποιων «Κόκκινων», βάσει της εμπειρίας μου), πολλοί χώροι για να παίξεις δεν υπάρχουν, τουλάχιστον με τις συνθήκες παλαιότερων εποχών. Η κριτική, επίσης, είτε θετική, είτε αρνητική, συχνά λειτουργεί με μια λογική με την οποία προσωπικά διαφωνώ. Γενικώς, κάνεις έναν δίσκο που σχεδόν σίγουρα δε θα ακουστεί, δε θα φτάσει στον κόσμο - ο οποίος είναι μονίμως πολιορκημένος από τα εμμονικά playlists των 500 συγκεκριμένων εναλλασσόμενων τραγουδιών - και τελικά το αποτέλεσμα είναι ο δίσκος να είναι σα να μη βγήκε ποτέ. Μη ξεγελιόμαστε, δεν ξεκινάνε από την ίδια αφετηρία οι δίσκοι, ώστε να δούμε αν και ποιοι αρέσουν. Είναι σα να τρέχουμε αγώνα δρόμου 100 μέτρων και οι περισσότεροι να ξεκινάμε από τα 200 ή και σαν να μη ξεκινάμε καθόλου. Πάντως, είναι τέτοια άγρια χαρά η χαρά της δημιουργίας, της διαδικασίας της ηχογράφησης, της φροντίδας του υλικού, της στιγμής που ολοκληρώνεται ο δίσκος και της παρουσίασής του, που το ξέρεις: ο επόμενος δίσκος θα έρθει πάλι να σε βρει.

"Δυο ποτήρια κίτρο στο τραπέζι / τώρα το θαύμα μπορεί και να βγει". Το θαύμα στα τραγούδια σας έρχεται μοναχά μέσα από τους άλλους, μέσα από το "μαζί". Ποιοι πορεύτηκαν μαζί σας στην πορεία αυτού του δίσκου; Ποια είναι η παρέα σας;

Είμαστε κοινωνικά όντα και έχουμε ανάγκη ο ένας τον άλλον. Αυτό που διακρίνει τις καλές προθέσεις από το καλό αποτέλεσμα είναι η συμμετοχή των άλλων, η συνδημιουργία, η συμπόρευση. Αυτό ισχύει και για τη μουσική και τη δημιουργία ενός δίσκου. Στους δίσκους μου έχω τη χαρά να δουλεύω με περίπου την ίδια ομάδα ανθρώπων όλα αυτά τα χρόνια. Κάθε δίσκος είναι μια συνάντηση που προσδοκώ. Πριν και πάνω απ' όλους, ο καλός φίλος και εξαίρετος μουσικός και ηχολήπτης, Όμηρος Κομνηνός που με τιμά με την παρουσία του, μια παρουσία άκρως καθοριστική, καθώς κάνει την ηχοληψία, τη μίξη, το mastering, παίζει το μπάσο, κάνει το programming και έχει τη γενικότερη επιμέλεια παραγωγής. Τίποτα δε θα ακουγόταν ίδιο χωρίς τον Όμηρο που με γλιτώνει από τις όποιες κακοτοπιές με τις μουσικές συμβουλές του στις ενορχηστρώσεις μου, την αισθητική του και το ταλέντο του. Αλλά και οι υπόλοιποι μουσικοί σταθερά προσφέρουν το ταλέντο τους στους δίσκους μου: Ο Πάνιος Τόλιος και ο Χρήστος Ζελελίδης στα τύμπανα, ο Φώτης Σιώτας στο βιολί και τη βιόλα, η Κατερίνα Σιαμά στο φλάουτο, ο Δημήτρης Τσέλιος στο σαξόφωνο και ο Λεωνίδας Βλάχος στην τρομπέτα. Ακόμη συμμετέχουν η Ελένη Λίγγρη στο βιολί, η Χριστίνα Κολοβού στο τσέλο και η Αθηνά Τσαρνά στο πιάνο. Επίσης, στο εικαστικό κομμάτι, το οποίο για εμένα έχει μεγάλη σημασία, συνεργάζομαι με τους ίδιους ανθρώπους: και αυτός ο δίσκος έχει ως εξώφυλλο έναν πίνακα της ζωγράφου Γιώτας Γεωργαλή - πίνακα που δημιουργήθηκε, όπως και οι προηγούμενοι στα υπόλοιπα εξώφυλλα των δίσκων μου, αποκλειστικά για τον δίσκο. Τη φωτογραφία του πίνακα έχει τραβήξει ο Κωνσταντίνος Πατραμάνης και τα γραφικά έχει κάνει η Αργυρώ Σταυράκου.

«τούτη η γη βουτάει στο ψέμα, μόνο τρέφεται με όνειρα και διψάει για νέο αίμα». Αν καταλαβαίνω καλά, αισθάνεστε κι εσείς την επέλαση της βαρβαρότητας στις μέρες μας. Από πού πηγάζει αυτή;

Η βαρβαρότητα υπάρχει γύρω μας, αλλά ας μη γελιόμαστε ότι είναι σημερινή η εικόνα αυτή. Η ιστορία του ανθρώπου μάς δείχνει πως είμαστε ικανοί για το καλύτερο και το χειρότερο. Δυστυχώς, βιώνουμε την ιστορική συγκυρία της επέλασης του χειρότερου, της βαρβαρότητας, όπως λέτε. Κατά την εκτίμησή μου, η σημερινή επέλαση της βαρβαρότητας στηρίζεται σε δύο δεδομένα: την άγνοια της ιστορίας και την κατίσχυση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Φοβάμαι για την εποχή που ζούμε, τα πράγματα δείχνουν να παίρνουν μια εφιαλτική τροχιά, η εποχή «διψάει για νέο αίμα», όπως λέει ο στίχος. Πολλοί, διαβάζοντας άρθρα, κείμενα, πηγές μετά από μεγάλες συμφορές, όπως ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ή η δικτατορία στην Ελλάδα, έχουν την απατηλή πεποίθηση ότι «αυτά ανήκουν πλέον στο παρελθόν». Δυστυχώς, όμως, αυτό δεν είναι παρά ευχολόγιο. Και αυτό επιβεβαιώνεται με τον χειρότερο δυνατό τρόπο, καθώς καταστρατηγούνται τα βασικότερα ανθρώπινα δικαιώματα, παζαρεύεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και ευζωία για χάρη της οικονομικής ανάπτυξης - που, φυσικά, αφορά ελάχιστους - και η δημοκρατία διαρκώς χάνει έδαφος, με την παράλληλα ανόρθωση του ρατσισμού, των διακρίσεων, της επιθετικότητας, της βίας. Για να μπορούμε να αισιοδοξούμε, θα πρέπει να έχουμε γνώση και αποφασιστικότητα, και να ξεφύγουμε από τα μικροπολιτικά συμφέροντα ή τις διαφορές, απέναντι στη βαρβαρότητα. Όσο τα κόμματα παλεύουν απλά να μαζέψουν ψήφους και να ορθώσουν εκλογικό ανάστημα - εξαπολύοντας αμετροεπείς χαρακτηρισμούς για τους πολιτικούς αντιπάλους - τόσο αφήνουν χώρο στο πραγματικό αντίπαλο στρατόπεδο της βαρβαρότητας να μεγαλώνει.







«Νικημένα, ξεχασμένα, παρατημένα, τα χαρούμενα τραγούδια». Ερωτικό το πλαίσιο του στίχου σας, κοινωνικό το πλαίσιο της ερώτησής μου: τα καινούργια χαρούμενα τραγούδια από ποιους θα γραφτούν, κι από ποια οράματα θα τροφοδοτηθούν; Πού βλέπετε τη διέξοδο;

Νομίζω πως υπάρχει περιθώριο να είμαστε αισιόδοξοι, αρκεί να δούμε τη μεγάλη εικόνα και να συνειδητοποιήσουμε την αληθινή εικόνα της βαρβαρότητας. Αλλά είναι πολύ δύσκολο να δούμε τι θα γεννηθεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Ο πολιτισμός, η μόρφωση, η γνώση αποτελούν βασικό υπόστρωμα για κάθε βελτίωση της ζωής. Δεν γίνεται αυτά να αποτιμώνται με χρηματιστηριακούς ή οικονομικούς όρους. Θυμάμαι πόσο τραγικά αστεία μού είχε φανεί κάποτε η συνένωση του Υπουργείου Πολιτισμού και του Υπουργείου Τουρισμού. Τι να πεις για ανθρώπους που αντιλαμβάνονται τα πάντα - και, εν προκειμένω, τον πολιτισμό - με όρους οικονομικών ανταλλαγμάτων; Τα πραγματικά νέα οράματα δε γίνεται παρά να είναι υπόθεση των νέων και όσων διαθέτουν πνευματική νιότη. Όχι όσων βαφτίζουν όραμα τη νέα συντήρηση, τον κόσμο των λίγων, την ευημερία των αγορών σε βάρος των ανθρώπων.

«Γι’ άλλη μια φορά, έπαιξα και έχασα». Πώς διαχειριστήκατε τις ήττες σας στο παιχνίδι του έρωτα, κύριε Βεριώνη; Και τι αντλήσατε απ’ αυτές, εκτός από την έμπνευση για ωραία τραγούδια;

Καθετί που ζούμε αποτελεί «προίκα» μας για το μετά, με τα καλά του και τα αρνητικά του. Αναρωτιέμαι συχνά πόσο διαφορετικός θα ήμουν αν μου συνέβαιναν άλλα, δεν ξέρω καλύτερα ή χειρότερα, απλώς άλλα. Όμως κανείς δεν ξέρει όταν ξεκινά κάτι ούτε που θα τον οδηγήσει, ούτε ποια τύχη θα έχει. Διαμορφωνόμαστε από αυτά που ζούμε, ή καλύτερα από την επίδραση που ασκούν πάνω μας όλα όσα ζούμε. Τελικά, νομίζω ότι το πρόσημο είναι θετικό: η καρδιά μας χτυπάει κι αυτό είναι το πιο σημαντικό και τελικά αυτό που μένει περισσότερο. Αλλά φυσικά, θέλουμε και να μας πάνε καλά τα πράγματα και να ευτυχούμε!

«Προχωράω κι ούτε ξέρω που τραβώ και κανείς δεν περιμένει». Πού θα θέλατε να σας βγάλουν οι επόμενες διαδρομές σας; Ποιο είναι το ανεκπλήρωτο προσωπικό ή καλλιτεχνικό σας αίτημα;


Το σίγουρο είναι πως πάνω απ’ όλα εύχομαι να συνεχίσω να είμαι δημιουργικός, με την ορμή και την φροντίδα που το κάνω έως τώρα. Κανείς μας ποτέ δεν ξέρει αν ή πόσο θα κρατήσει αυτό. Επίσης, θα ήθελα να μπορώ να τα βγάζω πέρα με την …εμπορική ματαιότητα των δίσκων, κοινώς, να συνεχίσω να χρηματοδοτώ αυτό που αγαπώ να κάνω. Σε πιο συγκεκριμένα πράγματα, θέλω πολύ να κάνω πάλι έναν δίσκο με «μικρού μήκους» ιστορίες, όπως ήταν ο προηγούμενος, καθώς και έναν δίσκο με ορχηστρικά θέματα μόνο. Ελπίζω, τέλος, να καταφέρω να κάνω κάποιες συναυλίες. Αρκεί να υπάρχουν ευήκοα ώτα, να υπάρχει κάποιος κόσμος που να ενδιαφέρεται να ακούσει. Είδα κάπου μια ατάκα που έλεγε “support living artists” («ενισχύστε τους ζώντες καλλιτέχνες»). Ε ναι, αυτό ακριβώς. Ακούστε, δοκιμάστε, στηρίξτε, υπάρχουν τόσοι άνθρωποι γύρω που δημιουργούν και κάτι έχουν να σας πουν.




Δεν υπάρχουν σχόλια: